Thursday, October 8, 2026

ΙΛΙΑΔΑ... ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ


 


Παραλειπόμενα και παρασκήνια, αναλύσεις, υποθέσεις, παρατηρήσεις, μαντεψιές και σχόλια στη γλώσσα της γενιάς του αντίχειρα και της τεχνητής νοημοσύνης, στη γλώσσα  του κουρείου, του καφενείου, του κομμωτηρίου, του γηπέδου, της λαϊκής αγοράς, και αλίμονο του φρουρού της ιστορικής Ελληνικής γλώσσας μας της τηλεόρασης που μας μιλάει με κείνα τα break, podcast, soldout,  Reality show, Prime time, δηλαδή στη   γλώσσα της Βαβέλ, δηλαδή μια Δημοτική με ολίγη καθαρεύουσα, κομμάτι από την Αγγλική και κάτι ψιλοτούρκικα 



Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


Κάπου 3000 χρόνια πριν ίσως και βάλε…γενήκαν κατά τον Όμηρο πράματα-θάματα

         [που μοιάζανε παραμύθια μέχρι η αρχαιολογία, επαρκώς θα έλεγα να τα επαληθεύσει

και κάναν γαργάρα τα λεγόμενα τους οι όποιοι κάποιοι απόγονοι των λαύρων

                            [κατά των Ελλήνων Εθνικών* καθώς μέχρι του 19ου αιώνα σχεδόν τη μέση

η κυρίαρχη ακαδημαϊκή άποψη στην Ευρώπη ήταν ότι ο Τρωικός Πόλεμος

     [ήτανε ένα παραμύθι καθαρό, κι ο Όμηρος ένας θρύλος, μα ήταν σαν βόμβα να ‘χε πέσει

και τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά, σαν ο Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann),

                                    [βασιζόμενος τυφλά στο κείμενο του Ομήρου και κάνοντας ανασκαφές

στη Μικρά Ασία ανακάλυψε τα ερείπια της Τροίας στον λόφο του Χισαρλίκ,

                [αποδεικνύοντας ότι υπήρχε μια πραγματική, οχυρωμένη πόλη που καταστροφές

φωτιές και άλλα υπέστη στην ύστερη Εποχή του Χαλκού, αργότερα δε

                [στην Κρήτη και τις Μυκήνες ο  Άρθουρ Έβανς* κι άλλοι με ευρημάτων αναφορές

επιβεβαίωσαν την ύπαρξη του μυκηναϊκού πολιτισμού που περιγράφει ο ποιητής,

               [κι υποκλιθήκανε με δέος όσοι με λόγια στραμπούληξαν την ιστορία καλοθελητές.


Ο ποιητής Όμηρος είτε ιστορικός είτε παραμυθάς όπως τον θεωρούσαν αδίκως κάποιοι,

                       [τα σύκα σύκα έλεγε και σκάφη έλεγε τη σκάφη, κανέναν δεν είχε κανακέψει,

το στόρυ του άρχιζε κάπως έτσι...Ο Τρωικός πόλεμος στο δέκατο έτος του έχει φτάσει,

                  [οι Έλληνες έχουν έρθει από πολλά μέρη της Ελλάδας και έχουν στρατοπεδεύσει

έξω από τα τείχη της Τροίας τον ισχυρό στρατό τους με τους σπουδαίους πολεμιστές,

               [όμως παρά τη δύναμή τους η Τροία αντιστέκεται γενναία κι ακόμη δεν έχει πέσει.


Αρχηγός των Ελλήνων είναι ο Αγαμέμνονας ο βασιλιάς των Μυκηνών κι ανάμεσα

                               [στους πολεμιστές βρίσκεται ο Αχιλλέας, ο γιος της Θέτιδας* ο ξακουστός,

ο πιο θαρραλέος και δυνατός πολεμιστής των Ελλήνων,

         [ο πλέον γρήγορος και ριψοκίνδυνος (Αχίλλειον άλμα*), γενναίος, στη μάχη φοβερός.


3

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Όμως η ιστορία της Ιλιάδας δεν αρχίζει με μία μάχη μεγάλη,

                                  [αρχίζει με κείνο το “σερσέ λα φαμ” που το ακούς συχνά απ’ ένα  Γάλλο

δηλαδή μας διηγείται ο Όμηρος πως πέσαν για μιά γυναίκα βρισίδια και καρεκλιές μεταξύ

                    [του βασιλιά Αγαμέμνονα και του θεοαίματου Αχιλλέα που από σόι ήταν μεγάλο.


Και να πως έχει το ιστορικό του ιστορικού καυγά μεταξύ των δύο...     

  

              [Όταν στον πόλεμο οι Έλληνες κυρίευαν μια πόλη στης Τροίας κάπου την περιοχή

συμμάχων της ή άλλων διαφορετικών λαών,  έπαιρναν ως πολεμικά λάφυρα χρήματα,

                     [ζώα, πολύτιμα αντικείμενα, γυναίκες... και όταν κάναν τη μοιρασιά του νικητή

αυτά τα λάφυρα μοιράζονταν σ’ αρχόντους, αρχηγούς και φαντάρους της εποχής,

          [έτσι το μερτικό του Αγαμέμνονα έλαχε νάναι μία γυναίκα που υποψιάζομαι καλλονή

και λέω υποψιάζομαι γιατί ο Όμηρος δεν αναφέρει τα χαρακτηριστικά της, όμως…

                [ο πόλεμος που για τα μάτια γινόταν της Ελένης, κόντεψε σε Εμφύλιο να μετατραπεί

για μιά γυναίκα πάλι, την Χρυσηίδα την κόρη του Χρύση, από την πόλη Χρύση,

                   [που την αρπάξανε σαν λάφυρο όταν ή πόλη από τους Έλληνες είχε κατακτηθεί.


Μα έλα που ο μπαμπάς της ο Χρύσης, ιερέας ήτανε του Απόλλωνα

         [και πήγε στον Αγαμέμνονα με λύτρα πολλά για να ζητήσει η κόρη του να επιστραφεί,

όμως αυτός έγινε τούρκος κι είπε περίπου “με τίποτα δεν δίνω πίσω τη Χρυσηίδα μου”

     [σκυλόβρισε τον ιερέα και τού ’πε ‘έξαλλος να φύγει άμεσα, συγκεκριμένα να τσακιστεί,

έτσι μάζεψε τα βρεμένα του και έγινε μπουχός γιατί τον είχε απειλήσει και από πάνω

                     [μέσα στα νεύρα του ο βασιλιάς πως αλίμονο του εάν μπροστά του τον ξαναδεί.


Γυρίζει στη Χρύση ο Χρύσης της Χρυσηίδας ο μπαμπάς κλαμενοαπογοητευμένος

           [και πέφτει σε προσευχές με παρακάλια στον Απόλλωνα τους Έλληνες να τιμωρήσει,

4


Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


ο Απόλλωνας άκουσε την προσευχή του, έγινε τούρκος τώρα αυτός,

         [έβγαζε αφρούς από οργή που δεν σεβάστηκαν τον ιερέα του κι αμέσως θα φροντίσει

να στείλει στο Ελληνικό στρατόπεδο μιά θυμωμένη επιδημία τόσο αποτελεσματική

                                  [που κόντευε όπως το πάγαινε το πράμα όλο το στράτευμα να αφανίσει.


Πεθαίνουν από την άγνωστη κακιά αρρώστια οι Έλληνες ο ένας μετά τον άλλον,

                                                [άπαντες είναι τρομοκρατημένοι, σ’ απόγνωση χωρίς υπερβολή,

ο Αχιλλέας συγκαλεί συνέλευση η οποία συσκέπτεται, ξανασυσκέπτεται, και τελικά

         [αποφασίζεται ο μάντης Κάλχας, πιτσούλα στα σημάδια των θεών, άμεσα να ερωτηθεί.


Ο Κάλχας τσακίζεται το συντομότερο να επιληφθεί, πέφτει σ’ αυτοσυγκέντρωση,

        [συσκέπτεται, ξανασυσκέπτεται με τον εαυτό του, αγωνιούν από μαγέρους ως βασιλιά

και κάποτε αποφαίνεται, τους λέει πως η αρρώστια δεν είναι τυχαία, προσβάλατε τον

          [Απόλλωνα, τον ιερέα του, με συγνώμες δώστε αν θέλετε να ζήσετε πίσω την κοπελιά, 

δηλαδή ο Αγαμέμνονας πρέπει αμέσως να επιστρέψει τη Χρυσηίδα

                                           [στον πατέρα της χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα λύτρα και λοιπά.


Ο Αγαμέμνονας έγινε όντως θεριό και αντιστάθηκε τόσο επίμονα να την επιστρέψει

                         [που μ’ έκανε πιότερο να υποψιαστώ ότι ο γιος της Αφροδίτης με τα ερωτικά

τα μαγεμένα βέλη του ήτανε πίσω απ’ την άρνηση του Αγαμέμνονα για επιστροφή,

                        [κάτι που σύμφωνα με τον Ευριπίδη δεν έκανε με την κόρη του που μιά χαρά

την έδωσε να θυσιαστεί μπας και φουσκώσουνε τα πανιά του στόλου,

                                           [όμως “γιατί” παραξενεύομαι….. Χιλιάδες κάμποσες χρόνια μετά

ο Βασιλιάς ολάκερης Βρετανικής αυτοκρατορίας Εδουάρδος δεν τοξιάστηκε ; από το

   [ίδιο το μωρό και παραιτήθηκε (1936) για τα μάτια μίας Αμερικάνας που αγάπησε τρελά;


5




Ο Αγαμέμνων όμως, κατά πώς φαίνεται μέγας ήταν πατριώτης,

         [έκανε πέτρα την καρδιά του και την αγαπημένη επέστρεψε στον πανευτυχή μπαμπά,

κι αν με ρωτήσεις πάλι πως είμαι τόσο βέβαιος ότι ο Βασιλιάς ήτανε τσιμπημένος,

                                    [στην Ιλιάδα αναφέρει ο Όμηρος ότι σ’ ένα περί της επιστροφής καυγά

ο Αγαμέμνονας βροντοφώναξε ότι την Χρυσηίδα την αγαπούσε πιότερο από 

       [την Κλυταιμνήστρα... Δεν κώλωσε το είπε…Δεν τόκανε, όπως το λεν οι νέοι “α βα βά”.

   

Δεχτηκε μεν να δώσει την λαφυροαγαπημένη που ο Απόλλωνας είχε φαγωθεί,

                                             [αλλά απαίτησε από το στράτευμα ένα άλλο λάφυρο να του δοθεί,

το απαίτησε επιτακτικά, δεν ήθελε να μείνει χωρίς λάφυρο,

                                       [γιατί θεωρούσε πως για έναν αρχηγό μεγάλη αυτή θα ήτανε ντροπή.


Τα παίρνει τότε στο κρανίο ο  Αχιλλέας, θυμώνει και του λέει πως είναι άδικο να ζητάει

          [και άλλο λάφυρο από τους πολεμιστές, ενώ όλα έχουνε ήδη μετά τη μάχη μοιραστεί,

κι όταν οι Έλληνες ξανακερδίσουν άλλα  λάφυρα, τότε  θα πάρει περισσότερα, μα τώρα

                 [δεν είναι σωστό να παίρνει ο Άναξ πίσω από άλλους ... Εκεί ‘ναι που θα εκραγεί

ο Βασιλιάς των Μυκηνών, ποιός  είδε τον Αρχιστράτηγο των Αχαιών Αγαμέμνονα και δεν

          [τον εφοβήθηκε,  άστραψε και βρόντηξε, ενώ ο Αχιλλέας το σπαθί πιάνει απ’ τη λαβή

γιατί του είπε κατάμουτρα ο βασιλιάς πώς άμα λάχει και πιότερο νευριάσει θα κάνει ντου

                       [ο ίδιος στη σκηνή του το λάφυρο να πάρει το δικό του (μια σκλάβα) από εκεί.


Εκτός εαυτού ο Αχιλλέας να τον σκοτώσει είναι αποφασισμένος γιατί νιώθει πως τον

                [προσβάλλει δημόσια ο βασιλιάς δεν σέβεται τη δική του στον πόλεμο προσφορά

ούτε τη δύναμη του κι μ’ αγανάκτηση τραβάει το σπαθί όμως πριν απ’ τη θήκη τούτο βγεί,

                                    [η αόρατη ως τότε πάνσοφη Αθηνά αρπάει το χέρι του και τον σταματά,

εμφανιζόμενη δε μόνο σε κείνον του λέει μην το τραβήξει και του υπόσχεται

  [αν συγκρατήσει τον θυμό του, θα έρθει η ώρα που θα πάρει πολύ μεγαλύτερη ανταμοιβή.


Ο Αχιλλέας ακούει τη θεά και δεν σκοτώνει τον Αγαμέμνονα μα η οργή του μεγαλώνει,

                   [του λέει άκου βασιλιά από εδώ και πέρα δεν θέλω καμία σχέση να έχουμε μαζί

και δηλώνει στον θυμό του πάνω ότι δεν πρόκειται να πολεμήσει άλλο για τους Έλληνες,

             [αυτή ήταν η μήνις του Αχιλλέα που βρίσκεται σ’ ολόκληρης της Ιλιάδας την καρδιά.


Ο Αγαμέμνονας όμως δεν χαμπαριάζει και για να πάρει το λάφυρο στέλνει τους κήρυκες

                    [Ταλθύβιο και Ευρυβάτη στη σκηνή του Αχιλλέα κι έτσι το λάφυρο έκανε φτερά.


Όμως ποια ήτανε αυτή η γυναίκα που έγινε το αντικείμενο τέτοιου μίσους

                  [κι ενός μεγάλου καβγά ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους αρχηγούς των Αχαιών;


Ήτανε η αριστοκράτισσα  Βρισηίδα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Ιπποδάμεια,

   [από τη Λυρνησσό, μια πόλη της Τρωικής χώρας, γόνος μιας εκ των πρώτων οικογενειών,

παντρεμένη, που η ζωή της άλλαξε απότομα όταν ο Αχιλλέας πήρε τη Λυρνησσό

  [ο σύζυγος σκοτώθηκε, όπως και άλλοι άντρες της οικογένειας και κείνη αιχμαλωτίστηκε.


Έτσι η Βρισηίδα, από γυναίκα μιας αρχοντικής οικογένειας, βρέθηκε ξαφνικά

    [μέσα στο στρατόπεδο των Αχαιών και δόθηκε στον Αχιλλέα ως γέρας, δηλαδή δωρήθηκε

ως πολεμικό λάφυρο σε αυτόν που αντιστοιχούσε στην πολεμική του αξία, και τώρα

           [ήταν απαρηγόρητος, για την προσβολή όμως ; ή για την Βρησιίδα ;  ποιος να μας πει ;

ο Όμηρος βέβαια ρίχνει μια σπόντα μέσω Πατρόκλου σε κάποια ραψωδία ότι ο Αχιλλέας

                        [ήταν μαζί της τρελός και παλαβός απ’ έρωτα κι επρόκειτο να την παντρευτεί.


Με την καρδιά του λοιπόν γεμάτη με θυμό κι ενώ καθόταν μόνος του στην ακρογιαλιά

      [ξαφνικά τα χέρια του σήκωσε προς  τη θάλασσα και παρακαλεσε τη μητέρα του τη θεά,

τη Θέτιδα, να τον βοηθήσει που δεν ήταν Ολύμπια θεά βέβαια σαν την Αθηνά ή την Ήρα,

  [μα είχε θέση υψηλή στον μυθολογικό τον κόσμο με θεϊκή μορφή στης θάλασσας τα νερά.


Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του και με ανησυχία άρχισε να τον ρωτά,

                                 [τα όσα είπανε μάνα και γιος δεν παίρνω ευθύνη εγώ να μεταφέρω εδώ

κι ο λόγος είναι ότι η Ιλιάδα διασώθηκε μέσα από αιώνες προφορικής παράδοσης,

     [αντιγραφών-παραλλαγών κι υπάρχουν διάφορες γραφές για το διάλογο μπορώ να πω,

έτσι δεν μπόρεσα να κάνω μία συγχώνευση, ένα μείγμα, ένα κοκταίηλ απ’ αυτές,

                                             [ώστε να προσεγγίσω ικανοποιητικά τα ειπωμένα αυτών των δυό,

δεν έχουμε μπροστά μας κανένα πάπυρο του Ομήρου γιατί απλούστατα δεν έγραψε ποτέ,

                    [έχουμε μία Ιλιάδα όπως διασώθηκε μέσα από κάποιο λόγο (στίχο) προφορικό,

έτσι είκασα κάποιον διάλογο να βγώ από τ'αδιέξοδο, βοήθησε κι ο Καββαδίας ο ποιητής,

                    [υπέθεσα δηλαδή πως είπε περίπου ο Αχιλλέας στη θεά, δεν πολεμάω άλλο πια

και κίνησε να φύγει, ανήσυχη τότε του φωνάζει γιέ μου που πάς, εκείνος τότε απάντησε,

              [μάνα θα πάω στα καράβια στη παραλία θα πάρω ένα και θα σαλπάρω για μακριά.


Όχι μη φεύγεις του είπε, ξέρεις έχω τα μέσα εγώ στον Όλυμπο, μπόλικους θαυμαστές,

                                    [καθώς για τα ωραία μάτια μου ήταν παλιότερα στα μαχαίρια δύο θεοί

και πάω αμέσως στα παλάτια τους στο μυθικό των θεών βουνό,

               [εκεί, ο απ’ τα παλιά καψουρεμένος Δίας θα γίνει χαλί να τον πατήσω μόλις με δει.


Υπάρχει ολόκληρο μυθολογικό «παρασκήνιο» πίσω από αυτό, ο Δίας και ο Ποσειδώνας

                                         [είχαν ερωτική διεκδίκηση για τη Θέτιδα που ήταν σούπερ καλλονή

και αρπάχτηκαν άγρια για την ωραία Νηρηίδα Θέτιδα (αργότερα μάνα του Αχιλλέα) έεε...

[όχι να μου την πάρει του πανίσχυρου εμένα ο Θαλασσινός έλεγε ο Ζεύς, αυτό πάει πολύ.


Όπως και νά ‘χε η Θέτιδα το έκανε το φοβερό, ανέβηκε στον Όλυμπο και έπεισε 

    [τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες, ν’ αφήσει τους Έλληνες να πάθουν μεγάλες συμφορές, ώστε να καταλάβουν πόσο τους χρειάζεται ο Αχιλλέας για να ‘ναι οι νικητές ξανά,

      [απίστευτο, είναι η τέταρτη όμορφη που κάνει άνω-κάτω τον πόλεμο τον Τρωικό μαθές.


Τέσσερις γυναίκες λοιπόν ταράξανε κείνο τον πόλεμο,

                                                     [η ωραία Ελένη βέβαια, η Χρυσηίδα, η Βρισηίδα και η Θέτιδα.


Η Ελένη, λευκή κατά τον δάσκαλό μου, έγχρωμη κατά τον Ch. Nolan σε ταινια του, ήτανε

       [η αφορμή για την εκστρατεία των Αχαιών και την αντίσταση των Τρώων την απέλπιδα,

βέβαια ο Βρετανός σεναριογραφοσκηνοθετοπαραγωγός, πιστός στο Ars gratia artis

           (η τέχνη για την τέχνη) έκανε του κεφαλιού του και υποθετικά εάν το έργο για να δει

πήγαινε ο ποιητής θα του ερχόταν κυριολεκτικά ταμπλάς, θα ψάχνονταν για τα χάπια του,

    [και θα μονολογούσε αφού τ’ ανέφερα στη Γ΄ ραψωδία καθαρά, “λευκώλενος ήτοι λευκή”


Και όντως το λέει Όμηρος μαζί μ’ άλλα πολλά ... έτσι για την τιμή της γλώσσας μας

                                [της αρχαίας θα γράψω δυό-τρεις σειρές  με των προγόνων μας τη λαλιά,

έτσι να πάρουμε μιά ιδέα και μεις κι ο Νόλαν πως τα απήγγελλε ο Όμηρος, γιατί όπως

                            [το λεν’ στα γήπεδα οι οπαδοί, δεν έχουμε κάποιοι μυαλό, δεν είμαστε καλά.


Οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς / τοιῇδ' ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγε'

     [πάσχειν· / αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν… τολμώ και μεταφράζω εδωνά,

«Δεν είναι να απορεί κανείς που Τρώες και Αχαιοί σκοτώνονται τόσα χρόνια και τραβάνε

        [τέτοια βάσανα για μια γυναίκα σαν αυτή, είναι στην όψη όμορφη σαν μιά αθάνατη θεά!»

ο Όμηρος βάζει τους γέροντες της Τροίας να κοιτάζουν με θαυμασμό πάνω στα τείχη

[την Ελένη και να λέν’ περίπου,  γι αυτή την ομορφιά πώς να μην γίνει τέτοιος χαμός παιδιά.


Αυτά με την πρώτη όμορφη και πάμε στη δεύτερη τη Χρυσηίδα που όμως η κακομοίρα

       [δεν τσιλημπούρδισε με κάνα Πάρη να προκαλέσει θόρυβο αναμπουμπούλα και ταραχή,

αλλά χωρίς να το επιδιώξει βέβαια η ίδια έγινε αιτία μιας αλυσίδας γεγονότων με κορυφαίο

      [τον καβγά του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα, μα τελικά επαναπατρίστηκε, στάθηκε τυχερή.


Για τις υπολειπόμενες δυό πανέμορφες του καρέ, την Βρισηίδα και την Θέτιδα

    [τα είπαμε ήδη στους προηγηθέντες περί ανακατωσούρας του Τρωικού πολέμου στίχους, 

καρέ απο πανέμορφες που άδικα δικαιώνει τα “ Ως άρα δια γυναικός ερρύη τὰ φαύλα”

[του αυτοκράτορα, το “Για όλα φταίνε οι γκόμενες” του Μούτση, και λόγους αντιστοίχους.


Όλο και κάποιοι βέβαια θα μου πουν λωλάθηκες;  ρε πας καλά;  είντα που γράφεις;

                          [ίσως να βγουν και στη τιβή για να με βρίζουν και κάποια ραμολιά με άνοια,

μα ίσως και νεαρογριές ξανθές χειλούδες μαϊντανοί με άγνοια,

          [αυτοί κι αυτές δεν παίζονται ρε φίλη-ε, δεν αντιμετωπίζονται, είναι σκέτη παράνοια.                

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ




No comments:

Post a Comment

Note: Only a member of this blog may post a comment.