Thursday, October 8, 2026

ΙΛΙΑΔΑ... ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ


 


Παραλειπόμενα και παρασκήνια, αναλύσεις, υποθέσεις, παρατηρήσεις, μαντεψιές και σχόλια στη γλώσσα της γενιάς του αντίχειρα και της τεχνητής νοημοσύνης, στη γλώσσα  του κουρείου, του καφενείου, του κομμωτηρίου, του γηπέδου, της λαϊκής αγοράς, και αλίμονο του φρουρού της ιστορικής Ελληνικής γλώσσας μας της τηλεόρασης που μας μιλάει με κείνα τα break, podcast, soldout,  Reality show, Prime time, δηλαδή στη   γλώσσα της Βαβέλ, δηλαδή μια Δημοτική με ολίγη καθαρεύουσα, κομμάτι από την Αγγλική και κάτι ψιλοτούρκικα 



Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ



ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ





Ι Λ Ι Α Δ Α


ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ*




* Με ή χωρίς την άδειά του...




ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΣ




































Τίτλος: Ι Λ Ι Α Δ Α

Έμμετρα κείμενα - Ιστορική Έρευνα - Επιμέλεια: Παναγιώτης Β. Ματαράγκας

Ιστορική Σύμβουλος: Κατερίνα Ραπακούλια

Ψηφιακή Αποτύπωση - Σελιδοποίηση: Κατερίνα Ραπακούλια

Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση - εξώφυλλο: Ο Υ Τ Ο Π Ι Α

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Ε Λ Ε Γ Χ Ο Σ


















Παραλειπόμενα και παρασκήνια, Αναλύσεις, υποθέσεις, παρατηρήσεις, μαντεψιές

και σχόλια στη γλώσσα της γενιάς του αντίχειρα και της τεχνητής νοημοσύνης, στη γλώσσα του κουρείου, του καφενείου, του κομμωτηρίου, του γηπέδου, της λαϊκής αγοράς, και αλίμονο του φρουρού της ιστορικής Ελληνικής γλώσσας μας της τηλεόρασης που μας μιλάει με κείνα τα break, podcast, soldout, Reality show, Prime time, δηλαδή στη γλώσσα της Βαβέλ, δηλαδή μια Δημοτική με ολίγη καθαρεύουσα, κομμάτι από την Αγγλική και κάτι ψιλοτούρκικα












Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


Κάπου 3000 χρόνια πριν ίσως και βάλε…γενήκαν κατά τον Όμηρο πράματα-θάματα

[που μοιάζανε παραμύθια μέχρι η αρχαιολογία, επαρκώς θα έλεγα να τα επαληθεύσει

και κάναν γαργάρα τα λεγόμενα τους οι όποιοι κάποιοι απόγονοι των λαύρων

[κατά των Ελλήνων Εθνικών* καθώς μέχρι του 19ου αιώνα σχεδόν τη μέση

η κυρίαρχη ακαδημαϊκή άποψη στην Ευρώπη ήταν ότι ο Τρωικός Πόλεμος

[ήτανε ένα παραμύθι καθαρό, κι ο Όμηρος ένας θρύλος, μα ήταν σαν βόμβα να ‘χε πέσει

και τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά, σαν ο Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann),

[βασιζόμενος τυφλά στο κείμενο του Ομήρου και κάνοντας ανασκαφές

στη Μικρά Ασία ανακάλυψε τα ερείπια της Τροίας στον λόφο του Χισαρλίκ,

[αποδεικνύοντας ότι υπήρχε μια πραγματική, οχυρωμένη πόλη που καταστροφές

φωτιές και άλλα υπέστη στην ύστερη Εποχή του Χαλκού, αργότερα δε

[στην Κρήτη και τις Μυκήνες ο Άρθουρ Έβανς* κι άλλοι με ευρημάτων αναφορές

επιβεβαίωσαν την ύπαρξη του μυκηναϊκού πολιτισμού που περιγράφει ο ποιητής,

[κι υποκλιθήκανε με δέος όσοι με λόγια στραμπούληξαν την ιστορία καλοθελητές.


Ο ποιητής Όμηρος είτε ιστορικός είτε παραμυθάς όπως τον θεωρούσαν αδίκως κάποιοι,

[τα σύκα σύκα έλεγε και σκάφη έλεγε τη σκάφη, κανέναν δεν είχε κανακέψει,

το στόρυ του άρχιζε κάπως έτσι...Ο Τρωικός πόλεμος στο δέκατο έτος του έχει φτάσει,

[οι Έλληνες έχουν έρθει από πολλά μέρη της Ελλάδας και έχουν στρατοπεδεύσει

έξω από τα τείχη της Τροίας τον ισχυρό στρατό τους με τους σπουδαίους πολεμιστές,

[όμως παρά τη δύναμή τους η Τροία αντιστέκεται γενναία κι ακόμη δεν έχει πέσει.

Αρχηγός των Ελλήνων είναι ο Αγαμέμνονας ο βασιλιάς των Μυκηνών κι ανάμεσα

[στους πολεμιστές βρίσκεται ο Αχιλλέας, ο γιος της Θέτιδας ο ξακουστός,

ο πιο θαρραλέος και δυνατός πολεμιστής των Ελλήνων,

[ο πλέον γρήγορος και ριψοκίνδυνος (Αχίλλειον άλμα*), γενναίος, στη μάχη φοβερός.


3

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Όμως η ιστορία της Ιλιάδας δεν αρχίζει με μία μάχη μεγάλη,

[αρχίζει με κείνο το “σερσέ λα φαμ” που το ακούς συχνά απ’ ένα Γάλλο

δηλαδή μας διηγείται ο Όμηρος και πέσαν για νιά γυναίκα βρισίδια και καρεκλιές μεταξύ

[του βασιλιά Αγαμέμνονα και του θεοαίματου Αχιλλέα που από σόι ήταν μεγάλο.


Και να πως έχει το ιστορικό του ιστορικού καυγά μεταξύ των δύο...

[Όταν στον πόλεμο οι Έλληνες κυρίευαν μια πόλη στης Τροίας κάπου την περιοχή

συμμάχων της ή άλλων διαφορετικών λαών, έπαιρναν ως πολεμικά λάφυρα χρήματα,

[ζώα, πολύτιμα αντικείμενα, γυναίκες... και όταν κάναν τη μοιρασιά του νικητή

αυτά τα λάφυρα μοιράζονταν σ’ αρχόντους, αρχηγούς και φαντάρους της εποχής,

[έτσι το μερτικό του Αγαμέμνονα έλαχε νάναι μία γυναίκα που υποψιάζομαι καλλονή

και λέω υποψιάζομαι γιατί ο Όμηρος δεν αναφέρει τα χαρακτηριστικά της, όμως…

[ο πόλεμος που για τα μάτια γινόταν της Ελένης, κόντεψε σε Εμφύλιο να μετραπεί

για μιά γυναίκα πάλι, την Χρυσηίδα την κόρη του Χρύση, από την πόλη Χρύση,

[που την αρπάξανε σαν λάφυρο όταν ή πόλη από τους Έλληνες είχε κατακτηθεί.


Μα έλα που ο μπαμπάς της ο Χρύσης, ιερέας ήτανε του Απόλλωνα

[και πήγε στον Αγαμέμνονα με λύτρα πολλά για να ζητήσει η κόρη του να επιστραφεί,

όμως αυτός έγινε τούρκος κι είπε περίπου “με τίποτα δεν δίνω πίσω τη Χρυσηίδα μου”

[σκυλόβρισε τον ιερέα και τού ’πε ‘έξαλλος να φύγει άμεσα, συγκεκριμένα να τσακιστεί,

έτσι μάζεψε τα βρεμένα του και έγινε μπουχός γιατί τον είχε απειλήσει και από πάνω

[μέσα στα νεύρα του ο βασιλιάς πως αλίμονο του εάν μπροστά του τον ξαναδεί.


Γυρίζει στη Χρύση ο Χρύσης της Χρυσηίδας ο μπαμπάς κλαμενοαπογοητευμένος

[και πέφτει σε προσευχές με παρακάλια στον Απόλλωνα τους Έλληνες να τιμωρήσει,

4


Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


ο Απόλλωνας άκουσε την προσευχή του, έγινε τούρκος τώρα αυτός,

[έβγαζε αφρούς από οργή που δεν σεβάστηκαν τον ιερέα του κι αμέσως θα φροντίσει

να στείλει στο Ελληνικό στρατόπεδο μιά θυμωμένη επιδημία τόσο αποτελεσματική

[που κόντευε όπως το πάγαινε το πράμα όλο το στράτευμα να αφανίσει.


Πεθαίνουν από την άγνωστη κακιά αρρώστια οι Έλληνες ο ένας μετά τον άλλον,

[άπαντες είναι τρομοκρατημένοι, σ’ απόγνωση χωρίς υπερβολή,

ο Αχιλλέας συγκαλεί συνέλευση η οποία συσκέπτεται, ξανασυσκέπτεται, και τελικά

[αποφασίζεται ο μάντης Κάλχας, πιτσούλα στα σημάδια των θεών, άμεσα να ερωτηθεί.


Ο Κάλχας τσακίζεται το συντομότερο να επιληφθεί, πέφτει σ’ αυτοσυγκέντρωση,

[συσκέπτεται, ξανασυσκέπτεται με τον εαυτό του, αγωνιούν από μαγέρους ως βασιλιά

και κάποτε αποφαίνεται, τους λέει πως η αρρώστια δεν είναι τυχαία, προσβάλατε τον

[Απόλλωνα, τον ιερέα του, με συγνώμες δώστε αν θέλετε να ζήσετε πίσω την κοπελιά,

δηλαδή ο Αγαμέμνονας πρέπει αμέσως να επιστρέψει τη Χρυσηίδα

[στον πατέρα της χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα λύτρα και λοιπά.

Ο Αγαμέμνονας έγινε όντως θεριό και αντιστάθηκε τόσο επίμονα να την επιστρέψει

[που μ’ έκανε πιότερο να υποψιαστώ ότι ο γιος της Αφροδίτης με τα ερωτικά

τα μαγεμένα βέλη του ήτανε πίσω απ’ την άρνηση του Αγαμέμνονα για επιστροφή,

[κάτι που σύμφωνα με τον Ευριπίδη δεν έκανε με την κόρη του που μιά χαρά

την έδωσε να θυσιαστεί μπας και φουσκώσουνε τα πανιά του στόλου,

[όμως “γιατί” παραξενεύομαι….. Χιλιάδες κάμποσες χρόνια μετά

ο Βασιλιάς ολάκερης Βρετανικής αυτοκρατορίας Εδουάρδος δεν τοξιάστηκε ; από το

[ίδιο το μωρό και παραιτήθηκε (1936) για τα μάτια μίας Αμερικάνας που αγάπησε τρελά;


5


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Ο Αγαμέμνων όμως, κατά πώς φαίνεται μέγας ήταν πατριώτης,

[έκανε πέτρα την καρδιά του και την αγαπημένη επέστρεψε στον πανευτυχή μπαμπά,

κι αν με ρωτήσεις πάλι πως είμαι τόσο βέβαιος ότι ο Βασιλιάς ήτανε τσιμπημένος,

[στην Ιλιάδα αναφέρει ο Όμηρος ότι σ’ ένα περί της επιστροφής καυγά

ο Αγαμέμνονας βροντοφώναξε ότι την Χρυσηίδα την αγαπούσε πιότερο από

[την Κλυταιμνήστρα... Δεν κώλωσε το είπε…Δεν τόκανε, όπως το λεν οι νέοι “α βα βά”.

Δέχτηκε μεν να δώσει την λαφυροαγαπημένη που ο Απόλλωνας είχε φαγωθεί,

[αλλά απαίτησε από το στράτευμα ένα άλλο λάφυρο να του δοθεί,

το απαίτησε επιτακτικά, δεν ήθελε να μείνει χωρίς λάφυρο,

[γιατί θεωρούσε πως για έναν αρχηγό μεγάλη αυτή θα ήτανε ντροπή.


Τα παίρνει τότε στο κρανίο ο Αχιλλέας θυμώνει και του λέει πως είναι άδικο να ζητάει

[και άλλο λάφυρο από τους πολεμιστές, ενώ όλα έχουνε ήδη μετά τη μάχη μοιραστεί,

κι όταν οι Έλληνες ξανακερδίσουν άλλα λάφυρα, τότε θα πάρει περισσότερα, μα τώρα

[δεν είναι σωστό να παίρνει ο Άναξ πίσω από άλλους ... Εκεί ‘ναι που θα εκραγεί

ο Βασιλιάς των Μυκηνών, ποιός είδε τον Αρχιστράτηγο των Αχαιών Αγαμέμνονα και δεν

[τον εφοβήθηκε, άστραψε και βρόντηξε, ενώ ο Αχιλλέας το σπαθί πιάνει απ’ τη λαβή

γιατί του είπε κατάμουτρα ο βασιλιάς πώς άμα λάχει και πιότερο νευριάσει θα κάνει ντου
[ο ίδιος στη σκηνή του το λάφυρο να πάρει το δικό του (μια σκλάβα) από εκεί.


Εκτός εαυτού ο Αχιλλέας να τον σκοτώσει είναι αποφασισμένος γιατί νιώθει πως τον

[προσβάλλει δημόσια ο βασιλιάς δεν σέβεται τη δική του στον πόλεμο προσφορά

ούτε τη δύναμη του κι μ’ αγανάκτηση τραβάει το σπαθί όμως πριν απ’ τη θήκη τούτο βγεί,

[η αόρατη ως τότε πάνσοφη Αθηνά αρπάει το χέρι του και τον σταματά,

εμφανιζόμενη δε μόνο σε κείνον του λέει μην το τραβήξει και του υπόσχεται

[αν συγκρατήσει τον θυμό του, θα έρθει η ώρα που θα πάρει πολύ μεγαλύτερη ανταμοιβή.

6

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


Ο Αχιλλέας ακούει τη θεά και δεν σκοτώνει τον Αγαμέμνονα μα η οργή του μεγαλώνει,
[του λέει άκου βασιλιά από εδώ και πέρα δεν θέλω καμία σχέση να έχουμε μαζί

και δηλώνει στον θυμό του πάνω ότι δεν πρόκειται να πολεμήσει άλλο για τους Έλληνες,
[αυτή ήταν η μήνις του Αχιλλέα που βρίσκεται σ’ ολόκληρης της Ιλιάδας την καρδιά.

Ο Αγαμέμνονας όμως δεν χαμπαριάζει και για να πάρει το λάφυρο στέλνει τους κήρυκες

[Ταλθύβιο και Ευρυβάτη στη σκηνή του Αχιλλέα κι έτσι το λάφυρο έκανε φτερά.


Όμως ποια ήτανε αυτή η γυναίκα που έγινε το αντικείμενο τέτοιου μίσους

[κι ενός μεγάλου καβγά ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους αρχηγούς των Αχαιών;


Ήτανε η αριστοκράτισσα Βρισηίδα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Ιπποδάμεια,

[από τη Λυρνησσό, μια πόλη της Τρωικής χώρας, γόνος μιας εκ των πρώτων οικογενειών,

παντρεμένη, που η ζωή της άλλαξε απότομα όταν ο Αχιλλέας πήρε τη Λυρνησσό

[ο σύζυγος σκοτώθηκε, όπως και άλλοι άντρες της οικογένειας και κείνη αιχμαλωτίστηκε.


Έτσι η Βρισηίδα, από γυναίκα μιας αρχοντικής οικογένειας, βρέθηκε ξαφνικά

[μέσα στο στρατόπεδο των Αχαιών και δόθηκε στον Αχιλλέα ως γέρας, δηλαδή δωρήθηκε

ως πολεμικό λάφυρο σε αυτόν που αντιστοιχούσε στην πολεμική του αξία, και τώρα

[ήταν απαρηγόρητος, για την προσβολή όμως ; ή για την Βρησιίδα ; ποιος να μας πει ;

ο Όμηρος βέβαια ρίχνει μια σπόντα μέσω Πατρόκλου σε κάποια ραψωδία ότι ο Αχιλλέας

[ήταν μαζί της τρελός και παλαβός απ’ έρωτα κι επρόκειτο να την παντρευτεί.


Με την καρδιά του λοιπόν γεμάτη με θυμό κι ενώ καθόταν μόνος του στην ακρογιαλιά

[ξαφνικά τα χέρια του σήκωσε προς τη θάλασσα και παρακάλεσε τη μητέρα του τη θεά,


7


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


τη Θέτιδα, να τον βοηθήσει που δεν ήταν Ολύμπια θεά βέβαια σαν την Αθηνά ή την Ήρα,

[μα είχε θέση υψηλή στον μυθολογικό τον κόσμο με θεϊκή μορφή στης θάλασσας τα νερά.


Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του και με ανησυχία άρχισε να τον ρωτά,

[τα όσα είπανε μάνα και γιος δεν παίρνω ευθύνη εγώ να μεταφέρω εδώ

κι ο λόγος είναι ότι η Ιλιάδα διασώθηκε μέσα από αιώνες προφορικής παράδοσης,

[αντιγραφών-παραλλαγών κι υπάρχουν διάφορες γραφές για το διάλογο μπορώ να πω,

έτσι δεν μπόρεσα να κάνω μία συγχώνευση, ένα μείγμα, ένα κοκταίηλ απ’ αυτές,

[ώστε να προσεγγίσω ικανοποιητικά τα ειπωμένα αυτών των δυό.


Δεν έχουμε μπροστά μας κανένα πάπυρο του Ομήρου γιατί απλούστατα δεν έγραψε ποτέ,

[έχουμε μία Ιλιάδα όπως διασώθηκε μέσα από κάποιο λόγο (στίχο) προφορικό,

έτσι είκασα κάποιον διάλογο να βγώ από τ'αδιέξοδο, βοήθησε κι ο Καββαδίας ο ποιητής,

[υπέθεσα δηλαδή πως είπε περίπου ο Αχιλλέας στη θεά, δεν πολεμάω άλλο πια

και κίνησε να φύγει, ανήσυχη τότε του φωνάζει γιέ μου που πάς, εκείνος τότε απάντησε,

[μάνα θα πάω στα καράβια στη παραλία θα πάρω ένα και θα σαλπάρω για μακριά.


Όχι μη φεύγεις του είπε, ξέρεις έχω τα μέσα εγώ στον Όλυμπο, μπόλικους θαυμαστές,

[καθώς για τα ωραία μάτια μου ήταν παλιότερα στα μαχαίρια δύο θεοί

και πάω αμέσως στα παλάτια τους στο μυθικό των θεών βουνό,

[εκεί, ο απ’ τα παλιά καψουρεμένος Δίας θα γίνει χαλί να τον πατήσω μόλις με δει.


Υπάρχει ολόκληρο μυθολογικό «παρασκήνιο» πίσω από αυτό, ο Δίας και ο Ποσειδώνας

[είχαν ερωτική διεκδίκηση για τη Θέτιδα που ήταν σούπερ καλλονή
και αρπάχτηκαν άγρια για την ωραία Νηρηίδα Θέτιδα (αργότερα μάνα του Αχιλλέα) έεε...

[όχι να μου την πάρει του πανίσχυρου εμένα ο Θαλασσινός έλεγε ο Ζεύς, αυτό πάει πολύ.


8

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


Όπως και νά ‘χε η Θέτιδα το έκανε το φοβερό, ανέβηκε στον Όλυμπο και έπεισε

[τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες, ν’ αφήσει τους Έλληνες να πάθουν μεγάλες συμφορές, ώστε να καταλάβουν πόσο τους χρειάζεται ο Αχιλλέας για να ‘ναι οι νικητές ξανά,

[απίστευτο, είναι η τέταρτη όμορφη που κάνει άνω-κάτω τον πόλεμο τον Τρωικό μαθές.


Τέσσερις γυναίκες λοιπόν ταράξανε κείνο τον πόλεμο,

[η ωραία Ελένη βέβαια, η Χρυσηίδα, η Βρισηίδα και η Θέτιδα.


Η Ελένη, λευκή κατά τον δάσκαλό μου, έγχρωμη κατά τον Ch. Nolan σε ταινία του, ήτανε

[η αφορμή για την εκστρατεία των Αχαιών και την αντίσταση των Τρώων την απέλπιδα,

βέβαια ο Βρετανός σεναριογραφοσκηνοθετοπαραγωγός, πιστός στο Ars gratia artis

(η τέχνη για την τέχνη) έκανε του κεφαλιού του και υποθετικά εάν το έργο για να δει

πήγαινε ο ποιητής θα του ερχόταν κυριολεκτικά ταμπλάς, θα ψάχνονταν για τα χάπια του,

[και θα μονολογούσε αφού τ’ ανέφερα στη Γ΄ ραψωδία καθαρά, “λευκώλενος ήτοι λευκή”


Και όντως το λέει Όμηρος μαζί μ’ άλλα πολλά ... έτσι για την τιμή της γλώσσας μας

[της αρχαίας θα γράψω δυό-τρεις σειρές με των προγόνων μας τη λαλιά,

έτσι να πάρουμε μιά ιδέα και μεις κι ο Νόλαν πως τα απήγγελλε ο Όμηρος, γιατί όπως

[το λεν’ στα γήπεδα οι οπαδοί, δεν έχουμε κάποιοι μυαλό, δεν είμαστε καλά.


Οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς / τοιῇδ' ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγε'

[πάσχειν· / αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν… τολμώ και μεταφράζω εδωνά,

«Δεν είναι να απορεί κανείς που Τρώες και Αχαιοί σκοτώνονται τόσα χρόνια και τραβάνε

[τέτοια βάσανα για μια γυναίκα σαν αυτή, είναι στην όψη όμορφη σαν μιά αθάνατη θεά!»

ο Όμηρος βάζει τους γέροντες της Τροίας να κοιτάζουν με θαυμασμό πάνω στα τείχη

[την Ελένη και να λέν’ περίπου, γι αυτή την ομορφιά πώς να μην γίνει τέτοιος χαμός παιδιά.

9


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Αυτά με την πρώτη όμορφη και πάμε στη δεύτερη τη Χρυσηίδα που όμως η κακομοίρα

[δεν τσιλημπούρδισε με κάνα Πάρη να προκαλέσει θόρυβο αναμπουμπούλα και ταραχή,

αλλά χωρίς να το επιδιώξει βέβαια η ίδια έγινε αιτία μιας αλυσίδας γεγονότων με κορυφαίο

[τον καβγά του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα, μα τελικά επαναπατρίστηκε, στάθηκε τυχερή.


Για τις υπολειπόμενες δυό πανέμορφες του καρέ, την Βρισηίδα και την Θέτιδα

[τα είπαμε ήδη στους προηγηθέντες περί ανακατωσούρας του Τρωικού πολέμου στίχους,

καρέ από πανέμορφες που άδικα δικαιώνει το “ Ως άρα δια γυναικός ερρύη τὰ φαύλα”

[του Θεόφιλου*, το “Για όλα φταίνε οι γκόμενες” του Μούτση*, και λόγους αντιστοίχους.


Όλο και κάποιοι βέβαια θα μου πουν λωλάθηκες; ρε πας καλά; είντα που γράφεις;

[ίσως να βγουν και στη τιβή για να με βρίζουν και κάποια ραμολιά με άνοια,

μα ίσως και νεαρογριές ξανθές χειλούδες μαϊντανοί με άγνοια,

[αυτοί κι αυτές δεν παίζονται ρε φίλη-ε, δεν αντιμετωπίζονται, είναι σκέτη παράνοια.


Ας πάμε όμως πίσω στ’ Ομήρου την ιστορία… Ο Δίας ο υπέρτατος θεός

[του ουρανού και της δικαιοσύνης που κυβερνά από τον Όλυμπο κρατώντας τον κεραυνό

ως σύμβολο της απόλυτης εξουσίας του, γνωστός για την απέραντη δύναμή του, αλλά και

[για τις ερωτικές του περιπέτειες με θεές, νύμφες και θνητές...κάτι που θυμίζει το λαϊκό

καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα, κρυφοκαψούρης ακόμη με τη Θέτιδα,

[με δυό ματιές της και δυό νάζια ψιλοσειόμενη τον έπεισε (σκέτη Σειρήνα) στο λεπτό,

κι ο κοσμοκράτορας λυγίζει, παίρνοντας πάνω του μια απόφαση

[που σύντομα θα φέρει τα πάνω-κάτω στον Πόλεμο τον Τρωικό.


Σύμφωνα με τον Όμηρο (στη ραψωδία Α΄), η Ήρα είδε από ψηλά ότι ο Δίας

[συνεννοήθηκε με τη Θέτιδα, την αργυροπέζη κόρη του Γέροντα της Θάλασσας Νηρέα,


10

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


το επίθετο αργυροπέζη ο Όμηρος το χρησιμοποιεί συχνά για κείνη για να της δώσει

[μια αιθέρια, φωτεινή, γοητευτική εικόνα κάθε φορά που εμφανίζεται η Θέτιδα η ωραία,

που έμοιαζε σαν να περπατούσε επάνω στο νερό και άστράφτε,

[συγκεκριμένα τα θεϊκά της πόδια λαμπύριζαν σαν το ασήμι μέσα στα κύματα.


Η Ηρα έξω φρενών του επιτίθεται ευθέως, κάνοντας του μια απίστευτη σκηνή,

[μακρά σκηνή ζηλοτυπίας και γκρίνιας, και τ’ αραδιάζει όλα του τα ερωτοανομήματα,

ξεχάστηκε βέβαια και το βρισίδι της τράβηξε πολύ ώσπου τα νεύρα έσπασε τ’αφεντικού,

[τα πήρε λοιπον κάποια στιγμή ο νεφεληγερέτης Ζεύς, που φτιάχνει σύννεφα και μπόρες

και την πλακώνει με μιά απίστευτης ισχύος καταιγίδα από βρισίδια-απειλές και ευτυχώς

[του ζεύγους πετάχτηκε ο γιος, ο Ηφαιστούλης ο κοντός, πάντα σωσίβιο τέτοιες ώρες

και λέει στην Ήρα στα κρυφά, κόφτο ρε μάνα πας καλά; δεν ξέρεις πάνω στα νεύρα του

[ως που αυτός το φτάνει, ξεχνάς σαν ήμουνα μικρός κι είχε μαζί μου τσαντιστεί,

με πέταξε έξω απ’ το παράθυρο κι έτσι κουτσάθηκα ο καψερός, βρέθηκα στους πρόποδες

[του Ολύμπου, έκανα ελεύθερη πτώση πριν σπορ γενεί κι είχα ο έρμος γκρεμοτσακιστεί.


Η Ήρα το καλοσκέπτεται, το συνειδητοποιεί, προσγειώνεται, παγώνει,

[μαζεύεται, σωπαίνει σκυθρωπιάζει, υποχωρεί και φοβισμένη

την οργή της κάνει γαργάρα, και κάθεται με βαριά καρδιά στον θρόνο της νοιώθοντας

[ότι τρίζει ταμάμ όπως τα δόντια του Διός από τσαντίλα που τρίζαν ως την επομένη.


Με το μυαλό... στο πρόσωπο, στην έτσι, στη λεγάμενη, στην αγαπητικιά τη Θέτιδα,

[έβαλε το σχέδιο που έκανε από βραδύς μπροστά ο Δίας, έτσι να δει εάν του βγαίνει

πρώτο του βήμα ήτανε λοιπόν να στείλει στον Αγαμέμνονα ένα όνειρο,

[οι καψεροί οι Αχαιοί δεν ξέρουν ακόμη τι τους περιμένει.


11


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Ο ακόμη ταρακουλιασμένος λοιπόν Δίας απ’ το θερμό του τετ α τετ με την πανέμορφη,

[την υπόσχεσή του κράτησε με το παραπάνω και το «Ούλον Όνειρον», δηλαδή

το απατηλό, το ψεύτικο όνειρο, στον ταραγμένο ύπνο του Αγαμέμνονα νάσου έφτασε

[με τη μορφή του του γέρου Νέστορα* που ο βασιλιάς του είχε εκτίμηση πολλή,

έσκυψε πάνω από το κεφάλι του και του «ψιθυρισε , Αγαμέμνονα! ο Δίας σου στέλνει

[μήνυμα πως τώρα είναι η ευκαιρία σου, πάρ’ το στρατό σου αμέσως και κάνε ντού,

η Τροία θα πέσει εντός ωρών, ίσως ακόμη πριν πέσει νύχτα, μόνο με απόφαση του, δαύτη

[θα έπεφτε, μήτε με νταηλίκια, μήτε με παρακάλια, μ’ ούτε σπονδές, μ’ ούτε Βουντού.


Δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα πόσο μετά άνοιξε ενθουσιασμένα μάτια ο βασιλιάς,

[και υποθέτω με την τσίμπλα κατά πως λέμε οι νεοέλληνες ακόμη νάναι στο μάτι,

άρχισε επίθεσης να κάνει σχέδια βέβαιος για νίκη άμεση κατά των Τρώων αφού ήτανε

[πλέον θέληση θεϊκή, επιτέλους θα ψέλλισε δέκα χρόνια τους είχα άχτι.


Εγείρεται δεν τον κρατάει καθόλου το κρεββάτι, φαντάζεται, σχεδιάζει, λογαριάζει,

[μετράει τις δυνάμεις του, το κάθε τι, ποιος είναι ποιος, ποιοι είναι ποιοι,

κάνει από μνήμης καταγραφή της αχαϊκής ισχύος… Βοιωτοί με τα 50 τα καράβια

[οι κάτοικοι της Ασπληδόνας και του Ορχομενού, Φωκείς, Λοκροί

υπό τον Αίαντα τον Λοκρό (τον γιο του Οϊλέως), οι Εύβοιοι , οι Αθηναίοι με τον Μενεσθέα,

[οι Αργείοι-Τιρύνθιοι υπό τον Διομήδη, τον Σθένελο και τον Ευρύαλο με 80 καράβια αυτοί,
εγώ ο Αγαμέμνονας με τις Μυκήνες, την Κόρινθο και την Σικυώνα, διαθέτοντας

[τη μεγαλύτερη δύναμη (100 καράβια). Ακολουθεί ο Μενέλαος με 60 καράβια εκεί

από τη Λακεδαίμονα και τη Σπάρτη, φλεγόμενος από την επιθυμία να εκδικηθεί για την

[αρπαγή της Ελένης κι ο γέροντας Νέστορας επί 90 πλοίων από την Πύλο είχε ηγηθεί,
οι Αρκάδες, οι Επειοί της Ηλίδας, οι νησιώτες από τη Δουλίχιο και τις Εχινάδες

[υπό τον Μέγη, οι Κεφαλλήνες, οι Ιθακήσιοι και οι Ακαρνάνες υπό τον Οδυσσέα τον ευφυή


12

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


με 12 καράβια, οι Αιτωλοί υπό τον Θόαντα, οι Κρήτες υπό τον Ιδομενέα και τον Μηριόνη

[οι Ρόδιοι υπό τον Τληπόλεμο, κι από Κω, Καρπάθιους νήσους και από Σύμη νάταν μπορεί.


Μαζεύει όμως κομμάτι την υπεραισιοδοξία σαν θυμάται τις δυνάμεις της Θεσσαλίας,

[Μυρμιδόνες, Αβάντες και Αχαιούς της Φθίας, των οποίων τα καράβια είναι καθηλωμένα,

αφού ο ηγέτης τους ο Αχιλλέας απέχει οργισμένος στη σκηνή του,

[κωλώνει, το σκέπτεται, βρίζει ο βασιλιάς, και λέει... “Σιγά μη σταματήσει αυτό εμένα”.


Δόρατα, πολεμιστές, σπαθιά, χέρια, παιάνες, ασπίδες και απαστράπτουσες

[περικνημίδες (δεν αναφέρει ο ποιητής δραπανηφόρα μα ίσως, πιθανόν)

ήταν δεν ήταν μεσημέρι σαν βρέθηκαν παρατεταγμένοι μούρη με μούρη

[οι δυό αντίπαλοι στρατοί έτοιμοι για την μητέρα των μαχών εκτός της Τροίας των τειχών,

με μιά σκελίδα σκόρδο οι πιότεροι στο στόμα, μιά ντόπα της εποχής των αθλητών,

[μα άμα λάχει την τσίμπαγαν για μέγιστη απόδοση και οι φαντάροι.


Είναι επόμενο καθένας να απορεί πως δεν πιαστήκανε στον ύπνο οι Τρώες και πρόλαβαν

[από τα τείχη έξω να βγουν να αναμετρηθούν, πώς πήρανε αυτοί χαμπάρι;

πολύ απλό, η κλασσική έπεσε ρουφιανιά, χαρτί και καλαμάρι τους τάπε μιά θεά, η Ίριδα

[τότε δεν είχε ακόμη γίνει καμιά σχολή ρουφιάνων για θνητούς, σχολή νάχει καμάρι

τους αριστούχους θητεύσαντες όπως ο Εφιάλτης των Θερμοπυλών, του Μεσολογγίου, της

[εξέγερσης στη Κωνσταντινούπολη (1820) και των Γερμανικών μπλόκων... που να πάρει.


Η σύγκρουση προμηνύεται σφοδρή, θεοί, θνητοί, μάχιμοι, άμαχοι, όλοι στη τσίτα,

[και στο σημείο το κρίσιμο αυτό θα κάνω μιά βαγαποντιά σαν τους τηλεορασάδες

που κάνουν διάλειμα για διαφημίσεις οι κερατάδες κι αφήνουν μπουκάλα τους τ/β θεατές

[νάχουν λαχτάρα για τη συνέχεια να μείνουν στο σταθμό, μην πάνε γι άλλες Πασοκιάδες,

13


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Σιριζιάδες, Χρυσαυγιάδες, σε ανταγωνιστές πούχουν μαζί τον έλεγχο των πιο κρυφών

[κυττάρων μας του οργασμού της πείνας μας της μάρκας των τσιγάρων μας, κάτι ως χθες

που δεν το ήξερα, και τ’ άκουσα τυχαία τις προάλλες από την μεγαβόμβα Τριπολίτη-

[Μικρούτσικου- Παπακωσταντίνου, ενίοτε τέτοιες τριπλέτες σκιάζουνε πολλούς “πες-πες.”


Δεν είμαι εγώ Τ/Β σταθμός να κόβω τη ροή απλώς ήθελα διακοπή, να πώ για την “πατάτα”

[που έκανε ο Βασιλιάς πριν πιει καφέ και πριν συνέλθει απ’ τον ύπνο καλά καλά, του ξέφυγε η λέξη “Οίκαδε” μέσα σε μία διαταγή του για να τεστάρει τον στρατό

[αν ήθελε πατρίδα να επιστρέψει ή προτιμούσε να πολεμήσει να πάρει λάφυρα πολλά.


Δεν πρόλαβε το Οίκαδε ν’ ακουστεί, το πάμε πατρίδα δηλαδή και ήδη τρέχαν οι μισοί

[να μπούν καράβια να λακίσουν, με τους δικούς τους πλέον να ζήσουνε μαζί παρέα,

και τρομάξανε πίσω να τους μαζέψουν για να πολεμήσουν, με το καλό με τ’ άγριο με απειλές

[και ροπαλιές, σκηπτριές καλύτερα, από το σκήπτρο του επί της τάξης Οδυσσέα.


Στα περασμένα πια αυτά περάσανε τα ξεχασμένα γιατί πριν από τη διακοπή μας

[μείναμε με αντιμέτωπους τους αντίπαλους, τη μάχη να προμηνύεται σκληρή,

με τους Τρώες και συμμάχους από τις Σκαιές Πύλες έξω να έχουν βγει

[και επιδεικτικά μπροστάρη έχοντας τον τσαμπουκά τον Έκτορα νάχουν παραταχτεί

με τους Δάρδανους υπό τον Αινεία στο πλευρό τους (γιο της Αφροδίτης και του Αγχίση),

[τους Ζελειώτες υπό τον περίφημο τοξότη Πάνδαρο, τους κάτοικους της Αδράστειας

και της Πητείας, επίσης οι Πελασγοί, οι Θράκες υπό τον Ακάμαντα, οι Κίκονες,

[οι Παφλαγόνες, οι Φρύγες, οι Μαίονες, οι Λύκιοι μιλάμε περί στρατιάς τεράστιας

δεν απομένει παρά το σύνθημα “φάτε τους” ή “τσακίστε τους”εκατέρωθεν να δοθεί,

[και κατά τα ειωθότα από κάποιο εξ αποδείξεως γενναίο κατά κανόνα,

ας πούμε από τον Αίαντα τον Οιλέοντα ή τον Ιδομενέα από τους Έλληνες,

[ή απ’ τους Τρώες από Δηίφοβο, ή Πολυδάμαντα, ή Αγήνωρα, ή τον γενναίο Σαρπηδόνα.

14

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


Παράξενη και φοβιστική επικράτησε πριν τη θύελλα που θάπιανε σιωπή

[και ξαφνικά στεντόρια ακούστηκε φωνή που εξέπληξε φίλων κι εχθρών τ’ αυτιά,

ενώ την ίδια τη στιγμή πετάγονταν απ’ τον στρατό των Τρώων ο φωνακλάς πολεμιστής,

[και προκαλούσε τους Γραικούς πώς αν κάποιος τους τολμά ας μετρηθούν με τα σπαθιά,

ή με το δόρυ ή μ’ ότι άλλο κι ο νικητής για πάρτη του θα πάρει Ελένη και θησαυρούς,

[γυναίκα και θησαυρούς πούχε αυτός αρπάξει από τη Σπάρτη κι έφερε τη συμφορά.


Δεν πίστευαν αυτό που βλέπανε και ακούγανε οιΤρώες, γιατί ο απειλών ήταν ο Πάρης,

[ο ωραιόμουρος τζάμπα μάγκας που ενώ εξόργιζε ολάκερο τον Ελληνικό στρατό, γνώριζαν ότι επρόκειτο για μούφα τσαμπουκαλή, για μούφα απειλή, καθώς ο βασιλόπαις

[δεν ήταν παρά ένας “ζαχαρομπουμπούς”... έτσι τον Φρέντυ Γερμανό*

θ’ ακούγαμε να τον χαρακτηρίζει καθώς τα γλυκομούτσουνα τεκνά

[έτσι τα περιέγραφε ο βασιλιάς κείνος του γέλιου για ευφυείς.


Βλέπουμε τώρα τον Πάρη που ήτανε μία δεκαετία ολόκληρη ο φουκαράς

[στα αζήτητα της μακροσκελούς Ιλιάδας από τον Όμηρο ο δυστυχής,

στο περιθώριο, στα απολεσθέντα, στη γωνία, στην καραντίνα, εις τον γύψον

[που θάλεγε ο υπερσυνταγματάρχης των απριλιανών του 1967 συνταγματαρχών,

να γίνεται πρωταγωνιστής και πάλι τραβώντας πάνω του όλους τους προβολείς,

[αλλά τραβώντας πάνω του κι όλα τα μπινελίκια και τις κατάρες ανδρών και γυναικών,

όμως πρέπει δυο λόγια εδώ να πω πως κέρδιζε τους leading roles ο Πάρης όπως το λένε

[οι χολυγουντιανοί, ρόλους πρωταγωνιστικούς που λέμε εμείς στα Ελληνικά.


Ποιος Κρούζ, ποιος Κλούνευ, ποιος Πητ, και ποιος Ροντόλφο Βαλεντίνο,

[ακόμη και το “Κορίτσια ο Μπάρκουλης” αν ζούσε τότε ο Αντρέας δεν θ’ ακουγόταν πια,


15


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


ο Πάρης ήταν τόσο γλυκομούρης που φλέβες άμα λάχαινε κόβαν για πάρτη του

[όχι μόνο θνητές αλλά και μιά πολύ μακρουλή από γνωστές θεές σειρά,

όσο για τον Rodolfo Pietro Filiberto Raffaello Guglielmi di Valentina d'Antonguella‎‎, τον

[πολυγόη Ροντόλφο Βαλεντίνο, υπήρξε σύμβολο του σεξ στην εποχή του άφωνου σινεμά.


Ας επιστρέψουμε όμως στο πεδίο, έξω απ’ την Τροία, που μ’αγωνία πολεμιστές, αρχηγοί,

[κι ηγέτες απ’ αρχοντόσογα, έχουν τεντώσει μάτια αυτιά για ότι άλλο ακουστεί-φανεί,

και… έμοιαζε σαν να βρυχήθηκε στη θέα του τεκνού ο βασιλιάς της Σπάρτης,

[που απ’ το στράτευμα βρίζοντας πετάχτηκε μπροστά κι αυτός, γεμάτος ο απατηθείς οργή.


Ο Όμηρος δεν μας λέει τον τρόπο που σκυλόβριζε ο Άναξ και υποθέτω θα ξέχασε όλα

[τα Αυλικά σαβουαρβιβριάτικα και με τσαντίλα καταπιεσμένη θα τάπε αχθοφορίστικα:

Θα πάρεις μωρή φλωράτζα, γκόμενα από μένα; τον μόρτη; τον αλανιάρη;

[τον “Μενέ” με τ’ όνομα τον νυχτοπερπατημένο, που μαθές γεννήθηκα

μέσα στης Τρούμπας της Σπάρτης τα στενά που λέει και η ρεμπετιά,

[ρε να σε πατήσω χάμω, ή να σε σύρω...από όταν τόσκασες τ’ ορκίστηκα.


Η γλώσσα του σώματος είναι τρόπος βουβός με τον οποίο εκφράζουμε συναισθήματα

[μέσα από βλέμμα κινήσεις στάση του κορμιού χωρίς μιά λέξη να χρησιμοποιηθεί,
το σώμα γίνεται καθρέφτης της ψυχής και εν προκειμένω η γλώσσα του σώματος

[του Μενέλαου εξέπεμπε αυτοπεποίθηση επιθετικότητα τσαντίλα και διάθεση για επιβολή,

στοιχεία αρκετά να σπάσει ο τσαμπουκάς του Πάρη να κοπούν τα πόδια του δηλαδή,

[και λόγω της καλής ανατροφής μου θα αποφύγω να χρησιμοποιήσω το ρήμα κατουρηθεί.


Άλλαξε δέκα χρώματα από τον τρόμο του το γοητευτικό αντιπαλήκαρο κι αφού στο τέλος

[ασπροκιτρίνισε, φαντάζομαι είπε, ρε δεν σφάξανε, παλεύεται τ’ αγριομούτσουνο γομάρι;


16

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


και με μιά ντρίπλα μπαλαδόρου υψηλού κασέ, χώθηκε μέσα στων Τρώων τους οπλίτες,

[να χάσουν οι Έλληνες και ο Μενέλαος την οπτική επαφή, όμως αλίμονο θα τα πάρει,

θα πάρει βερίνα* που λένε οι ναύτες, θα σαλτάρει, ο Έκτωρ ο αδελφός του ο τσαμπουκάς,

[πρώτο σπαθί της Τροίας και υποθέτω θα του είπε που πας ρε Καραμήτρο ρεζίλη Πάρη,

μας έκανες όλους ρεντίκολο, με τι μούτρα να βγούμε; θα μας ξεφωνίζουν οι γραικοί,

(ευτυχώς σκέπτομαι που δεν ήταν ακόμη ανακαλυμμένη η Αμερική

γιατί θα πλακώναν τα “τσίκεν”* και τα κακαρίσματα οι Έλληνες που δεν [θα ξέραν που να κρυφτούν οι Τρώες)... Άμε να μονομαχήσεις, βγέκα απ’ τη γραμμή

άντε λοιπόν τσακίσου τον καταστόλισε με κάθε είδους μπινελίκι ο πολυνταής αδελφός,

[και τι να κάνει, ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος κι ανδρείαν προσποιούμενος ορμά μ’ ορμή.


Έτσι ο μοιχός Πάρης με τον μοιχευθέντα Μενέλαο βρίσκονται πάλι μούρη με μούρη

[για να μονομαχήσουν, οι σκοτωμοί να σταματήσουν, κι αλλού (είν΄ βέβαιο) να αρχίσουν

και φυσικά στους κληρονόμους τους να αφήσουν αυτή την ανίατη άρρωστη συνήθεια, να

[εκτονώνονται διαχρονικά σαν σφάξουν πυροβολίσουν βομβαρδίσουν πυρηνικοαφανίσουν.



Για δεύτερη φορά λοιπόν στην τσίτα οι δυό στρατοί, με θορυβώδη βουβαμάρα

[να επικρατεί, με σπαστική υπομονή, να αναμένουν τους μονομάχους να συμπλακούν,


Ώ τι σκηνή ρε Όμηρε τύφλα να έχει ο Σεσίλ ντε Μιλ, ο Ντίνο ντε Λαουρέντις,

[ο Ουίλιαμ Ουάιλερ, ο Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, άντε κι ο Τζέημς Πάρης μισέλληνα μη με πουν,

εμένα προσωπικά μου θύμισε σκηνή απ΄’ την ταινία “Ιβανόης” με ηθοποιούς δυό Τέιλορ,

[Ελίζαμπεθ και Ρόμπερτ, που όπως στη Τροία να αγωνιά η Ωραία Ελένη η τσακίστρα

θωρώντας να σφάζονται για πάρτη της παλικάρια, θωρούσε η χολιγουντιανή βεντέτα

[Τέιλορ, τους γόητες Ιππότες να σφάζονται για τα μάτια της στου Άσμπυ την κονίστρα.

17

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


“Αυτάρ επεί δή έντυντ’ εκάτερος τεύχεσιν, ές μέσον αμφοτέρων προχώρησαν μεμαώτε”

[μας λέει ο Όμηρος στη Ραψωδία Γ (3) στίχο 339 της Ιλιάδας
που μεταφράζεται... κι αφού ο καθένας φόρεσε άρματα, προχώρησαν μ’ ορμή στο μέσο

[των παρατάξεων ανάμεσα στους δύο αντίπαλους στρατούς και ως τα πέρατα της κοιλάδας

ακούστηκαν κραυγές και ιαχές Ελλήνων μα και Τρώων όταν τα δόρατα των μονομάχων

[εξακοντίστηκαν με την καθορισμένη τη σειρά με στόχο το καθένα στον αντίπαλο να χωθεί.


Του υπερφίαλου τεκνού το δόρυ, βέβαια δεν έκανε τροχιά πατάτα μα“έκαν’ όμμα”

[που λέγαμε μικροί όταν ο βόλος μας αποτύγχανε τον βόλο του άλλου παιδιού να βρει

σαν παίζαμε στο στενό της γειτονιάς μου, πάροδο Αγίου Μελετίου κάπου στης δυστυχίας

[την ημικατεστραμμένη αλλά και φεσωμένη από τους Γερμανούς τη δυστυχή αλί, μεταπολεμική Αθήνα, λέω φεσωμένη να μην ξεχνάμε και το δάνειο το Γερμανικό,

[τα δανεικά κι αγύριστα δηλαδή των Γερμανών (άσε τα ζουλιγμένα αρχαία)

που κάνουν ένα αιώνα τώρα την πάπια, πουλάνε τρέλα, κι όταν το λέμε σε αυτούς

[κάνουνε πως κοιτάν αλλού και λένε περσινά ξυνά σταφύλια, πέστε μας τίποτα νέα.


Όμως συγνώμη για την διακοπή κι ας πάμε τώρα στη ρίψη του Μενέλαου που αργά

[και λάου-λάου στόχευσε μία δοριά που ήταν άλλο πράμα... του Πάρη τρύπησε ασπίδα, ψευτοθώρακα, κι οδύνης άκούγονταν κραυγές καθώς τον έσουρνε μετά με το λουρί τής

[περικεφαλαίας στο λαιμό για να τον πνίξει, (αυτά τα λέει ο Όμηρος ουδέν βεβαίως οίδα).


Τότε, και πριν ο Πάρης να τα φτύσει, μία απ’ τις αεί μαζί του καψούρες τις θεές,

[συγκεκριμένα η τσιμπημένη Αφροδίτη, μέσα σε παραπέτασμα σύννεφου που φτιάνει,

τυλίγεται από δαύτο και τον τυλίγει αφού τον παίρνει αγκαλιά και κάτι ψιθυριστά του λέει

[που δεν μας τόπε ο Όμηρος, μάλλον δεν θάταν κουτσομπόλης, κι η σκέψη μας τί πιάνει;

μα τα γνωστά γλυκόλογα πάντα κι ολούθε μες τους αιώνες των ερωτευμένων,

[και την καψουρεμένη διαχρονικά θεά να κλαίει και να μη φτάνει.

18

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


Έτσι αγκαλιασμένοι πετάξανε ομιχλοσυννεφοαόρατοι και μπήκανε μέσα στην Τροία,

[δεν γράφει βέβαια στην Ιλιάδα το πώς πετάξανε φαντάζομαι η θεά θάχε ίσως φτερά

και πα στα πούπουλα της κλίνης άφησε τον προστατευόμενο της γόη από την αγκαλιά της,

[τραβώντας γραμμή πάνω στα τείχη να ξεμαλλιάσει την Ελένη νευριασμένη για τα καλά,

ενώ ακόμη ο Μενέλαος εμβρόντητος απορημένος, μπακούρι, με το σπαθί στο χέρι

[έψαχνε μες στην τρανσπαράν πλέον ομίχλη τον Πάρη να του πάρει το κεφάλι με σπαθιά

και να φωνάζει έξαλλος στους Τρώες: «Δώστε πίσω την Ελένη, η νίκη

[είναι δική μας, ο δικός σας το 'σκασε αλλιώς θα ήταν εδώ το πτώμα»


Παρένθεση θα κάνω πάλι για μένα πολύ σημαντική και υποθέτω για κάθε Έλληνα,

[καθώς ανέφερα πιο πάνω δυό λεξεις των προγόνων το “οίδα και το “όμμα”

κι έντάξει το οίδα λιγο-πολύ όλοι τ’ακούσαμε σχολείο μαζί με το ουδέν, όμως το άλλο,

[το όμμα (ιδίοις όμμασι) πως έφτασε στο στόμα μας που δεν τ’ ακούσαμε από κανένα στόμα

καθώς οι νεοέλληνες δεν το χρησιμοποιούν ποτέ και όταν γράφουν κι όταν μιλάνε,

[πώς λέγαμε όμμα, δηλαδή είδαμε με τα μάτια μας όλοι, ότι ο βόλος δεν άγγιξε τον βόλο,

κι ήμασταν έξι και επτά ετών, ποιος μας την έμαθε τη λέξη όμμα; η γλώσσα μας με τρελαίνει,

[μια λέξη που είπε ο Πλάτωνας ή ο Αριστοτέλης δούλεψε σαν φωτόνιο σαν σωματίδιο σόλο

το οποίο διασπάσθηκε διαιρέθηκε και το μισό της, το δίδυμό της, χώθηκε μες τα παιδιά ;

[ή μήπως το θαύμα της γλωσσικής συνέχειας όχι θεωρητικά ή ακαδημαϊκά,

αλλά ως βιολογική και κυτταρική μνήμη που περνάει από γενιά σε γενιά μες στις αλάνες.

[Εντάξει ήπια λιγάκι σήμερα, είδα και σ’ όνειρο να μου λέι ο Κλαρκ* ρε κόφτο, πας καλά;


Να ξεμαλλιάσει η Αφροδίτη την Ελένη; μα γιατί...γιατί ; Κάλμα...κάλμα...θα εξηγήσω,

[είναι ολάκερη ιστορία και πρέπει να την πιάσουμε από την Σπάρτη, απ’ την αρχή,

δηλαδή να δούμε το «σήριαλ» της 10ετούς σχέσης που από ρομαντική απόδραση,

[κατάντησε... σε γκρίνια, τοξικότητα, τύψεις, κρεβατομουρμούρα και καυγά πολύ.

19


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Ο Όμηρος στην Ιλιάδα (στη Γ΄ Ραψωδία) μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά

[πίσω από τις κουρτίνες του παλατιού , κι εκεί το σκηνικό για γέλια είναι πολλά

μα και για κλάματα πολλά επίσης (όπως π.χ. στην εποχή μας, Βίσση κατά Καρβέλα,

[Αλίκη κατά Παπαμιχαήλ, Κράμερ εναντίον Κράμερ, Μπραντ Πιτ κατά Τζολί, αλλά
και Τζόνι Ντεπ κατά Άμπερ Χερντ. και όπως έγραψε ο μελωδός του έρωτα Αττίκ,

[κάθε ιστορία έχει πάντα αρχή και τέλος, νόμοι μας τόπανε γραπτοί από παλιά.


Όταν ο Πάρης έκλεψε την Ελένη από τη Σπάρτη, ζούσαν αμφότεροι σε όνειρο,

[στον πυρετό τού έρωτα τού παράφορου, της ουτοπίας που μας προσγειώνει ο Έρασμος*

(Μωρίας Εγκώμιον - DESIDERIUS ERASMUS ) σαν πλέον είναι αργά, αφού έχουμε κάνει

[τις πατάτες και όχι μόνο στον έρωτα, λόγω μωρίας πάντα κατακέφαλα πίπτει κέραμος.


Όπως προείπαμε... γκρίνια, τοξικότητα, τύψεις, κρεβατομουρμούρα και καυγάς πολύς,

[και τώρα μετά μία δεκαετία βρισκόμαστε εκεί που τόπαιξε κούριερ η Αφροδίτη

και σαν πακέτο άφησε τον Πάρη μέσα στη χλίδα του, μέσα στα πούπουλα του κι έτρεξε

[στα τείχη της Τροίας πάνω να καθαρίσει με την Ελένη που εσχάτως σήκωσε μύτη.


Δεν πάει όμως στα ίσα να της τη βγεί, αλλά η παμπόνηρη θεά μεταμορφώνεται

[σε μια γριούλα του αργαλειού που έγνεθε για την Ελένη και κείνη την αγαπούσε

τότε πριν η αγάπη νάρθει από μακριά σα γιορτή σα φόβος σα σκιά,

[και μιά νύχτα να βρεθεί μαζί του, με τον Πάρη δηλαδή, όπως θα τραγουδούσε

η Γλυκερία αν ήταν συγχρονή της …Ώχ συγνώμη παρασύρθηκα, το ραδιόφωνο ανοικτό

[με αποπροσανατόλισε, το τραγούδι αυτό μου κόλλησε και έγραφα εν κενώ,

επιστρέφω άρδην στα Ομηρικά τα απ’ την πένα μου κακομεταχειρισμένα,

[αλλά πώς αλλιώς θα τάκανα γω κτήμα μου αν δεν τα έγραφα με τον τρόπο αυτό,

δεν θα με κάνουν “Ποπιτ ον δε στρινγκ”* εμένα ψυλόμητοι, επιλεκτικοί μεταφρασάδες,

[για θυμηθήτε ιστορικό καλόγερο που κίνησε γη και ουρανό για ένα Λεξικό ελληνικό !

20

Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


ο νοών νοήτω και κόβω την κουβέντα εδώ, αποφεύγω τα τζιζ, δεν είμαι κάνας γενναίος,

[κράτα την κεφαλή σου κάτω όταν οι άλλοι ξεσηκώνονται, ο Χάρι Κλυν* το έλεγε θαρρώ.


Όμως ας πάμε πίσω στα τείχη που η Αφροδίτη καμία δεν είχε τύχη έτσι που ήταν

[σε γραία μεταμφιεσμένη καθώς η Ελένη ήταν περπατημένη, ξύπνια, κωλοπετσωμένη,

δεν ήταν κάνα χάπατο, σκανάρισε στήθος λαιμό και μάτια της φο γριάς και κατάλαβε

[πως ήταν της θεάς που εν τω μεταξύ την έψηνε στον Πάρη να γυρίσει μετανιωμένη

για τα δεκαετούς διάρκειας βρισίδια και μπινελίκια, ίσως να τούριχνε και κάνα μπάτσο,

[και για την απομάκρυνση από τη συζυγική κλίνη που από καιρό είχε παρατημένη.

Τα παραμύθια της γριάς δεν τα μασάει όμως η Σπαρτιάτισα Ελένη,

[πονηρεμένη από εκπαιδευτές ψυχολογικού πολέμου κει στον Ευρώτα γυμνασμένη,

σαν όλες τις Σπαρτιάτισσες με τους κοντούς χιτώνες που άφηναν τα μπούτια ακάλυπτα

[για να κινούνται άνετα γι' αυτό και οι υπόλοιποι Έλληνες τις έλεγαν «φαινομηρίδες»

ενίοτε ειρωνικά, ενίοτε θαυμαστικά, ενίοτε από ζήλεια για τις κορμοστασιές τους,

[οι Καρυάτιδες Σπαρτιάτισσες για παράδειγμα, οι πανέμορφες άτρωτες σε θεϊκές παγίδες,

λυγερές κοπέλες απ’ τη σπαρτιατική πόλη-κώμη στα σύνορα της Λακωνίας

[με την Αρκαδία (στον Πάρνωνα), κάπου 65 χιλιόμετρα από το Βιδιάκι της Άννας

της αγαπημένης μου, πετώντας με το εξ έξι αλόγων άρμα της Αφροδίτης...Όμως θα ήθελα

[να αναφερθώ σε ένα στορυ ιστορικοερωτικο από εκείνα τα “Μια γυναίκα κι ένας Άντρας”

κομμάτι όμως αλλιώτικο απ’ τα συνηθισμένα, ο άντρας ήταν λωποδύτης,

[η δε γυναίκα ένα άγαλμα μέρος του κάλλους που αιώνες το Ερέχθειο στόλιζε

κι η καλλονή ως ήταν φυσικό με τίποτα δεν πήγαινε τον ασχημάντρα λόρδο,

[έτσι ο τύπος στρατολόγησε ένα μεγάλο κομμάτι συνενόχων και τη κλοπή καθόριζε

επέβλεπε, παρατηρούσε, έβριζε, κατέστρεφε και τελικά έκλεβε την από μάρμαρο κοπέλα

[που ως σήμερα βρίσκεται κλαμένη μες στα μουσεία της ντροπής,

21


θου Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη µου... Αγανακτώ μεν

[μα τον θυμό μου συγκρατώ μην πω και τα χειρότερα, γεννήθηκα βλέπεις επιεικής.


Και κάτι ακόμη για τις γυναίκες κείνες που σαν μανάδες λέγαν τα“ή τάν ή επί τάς”, ήτοι

[ή να γυρίσεις νικητής κρατώντας την ασπίδα σου ή να σε φέρουν νεκρό πάνω σ’ αυτή,

(η μετάφραση αναγκαία λόγω της έκδοσης του έργου τούτου σ’ αλλόθροες λαλιές),

[αυτές λοιπόν οι υπεργυναίκες, ας μου επιτραπεί να πω, πατριώτισες σώματι και ψυχή

ήταν από μικρές μεγαλωμένες με τη σπαρτιατική αγωγή, την άσκηση, τον καθαρό αέρα

[του Πάρνωνα, είχαν σώματα αθλητικά, αγαλματένια, σαν λαμπάδα κορμοστασιά στητή,

και κάθε χρόνο, στη γιορτή της Καρυάτιδος Αρτέμιδος, οι παρθένες των Καρυών

[έστηναν έναν εκπληκτικό, τελετουργικό χορό, κρατώντας στο κεφάλι τους καλάθια

με λουλούδια και προσφορές και ο χορός τους ήτανε τόσο διάσημος σε όλη την Ελλάδα

[που η λέξη «Καρυάτις» έγινε συνώνυμο της ομορφιάς, αρσενικοί τις τρώγαν με τα μάτια,

και κέρδισαν δια της αρχιτεκτονικής παγκόσμιο θαυμασμό και αθανασία

[επειδή η στάση του σώματός τους στον χορό (με το κεφάλι ψηλά, και τον λαιμό ευθύ

με το καλάθι στο κεφάλι, εξέπεμπε απίστευτη χάρη και ταυτόχρονα δύναμη, οι αρχαίοι

[αρχιτέκτονες εμπνεύστηκαν με σέβας από αυτές και στο Ερέχθειο θωρούμε την σπονδή !


Η Σπαρτιάτισσα λοιπόν Ελένη ήτανε μία από αυτές τις υπεργυναίκες που προανέφερα

[ίσως με κάποια υπερβολή και πούλησε τσαμπουκαλίκι στου Έρωτα την θεά

στρίβε τσατσόγρια φαντάζομαι θα της είπε και τη στόλισε για καλά μ’ άλλα πολλά,

[που ήρθες για να με ψήσεις να ξαναφάω στη μάπα τον Πάρη τον μασκαρά

αφού τόσο πολύ γουστάρεις το άστατο και άπιστο αυτό τεκνό παράτα τον Όλυμπο,

[γίνε γυναίκα του ή δούλα του, εγώ κεί μέσα δεν ξαναπατάω, δεν πάω πουθενά

θα γίνω ρεντίκολο, σεργούνι, θα μου κρεμάσουνε κουδούνια θα γελάν όλες οι Τρωαδίτισσες.


Η Αφροδίτη, συνηθισμένη να την προσκυνούν, αγριεύει, βγάζει νύχια, και της πετάει

[κατάμουτρα μιά τρόμου απειλή θανατερή, σκύλα που τόλμησες και μ’ αμφισβήτησες

αν δεν τουμπεκιαστείς, υποταγείς, και τσακιστείς να πάς στον Πάρη αμέσως να του

[δοθείς, θα βάλω Τρώες και Αχαιούς για να σε κομματιάσουν και θάβρεις θάνατο κακό.

Τρομοκρατημένη προσγειώνεται ανώμαλα στην πραγματικότητα η Ελένη

[που υποψιάζομαι ότι μπορεί να ήταν και σουρωμένη με κάνα οίνο εποχικό

και ξάφνου συνειδητοποιεί πως έπαιξε κορώνα-γράμματα τη ζωή της γιατί τα έβαλε

[η ανόητη με μιά θεά, σωπαίνει, πανικοβάλλεται, σκέπτεται και μιά και δυό,

βάζοντας την ουρά στα σκέλια σαν το δαρμένο το σκυλί παίρνει τον δρόμο

[το τεκνό πούχε καιρό φτυσμένο να πάει να τον βρει, φρίττοντας για τα περαιτέρω.


Κάποτε φτάνει στου Πάρη τον κοιτώνα τον χλιδάτο και με το πούρθανε μούρη με μούρη,

[του ρίχνει τέτοια αρχαία μπινελίκια που κάποια πώς μεταφράζονται δεν ξέρω

και χέρια σήκωσα ψηλά όπως μαζί με μένα κι η Γκούγκλ, τα λεξικά κι όλες οι Έι-Άι, μα

[αίφνης ξεφόρτωσε, έκοψε στροφές τσαντίλας και σκέφτηκε τον θυμό μου πρέπει να αίρω,

η Αφροδίτη δεν αστειεύεται, είναι αδίστακτη… ο Πάρης της και ξερό ψωμί που λέμε,

[κι ο Πάρης μιά και τον αναφέραμε, δεν αντέδρασε δεχόμενος τόσο βρισίδι ;


Όχι, καθόλου ο χοντρόπετσος, κι αντίθετα απ’ ότι θα περίμενε κανείς πλάκωσε

[τα γλυκόλογα τύπου Ρωμαίου (Σαίξπηρ) “Πες με μονάχα “αγάπη” και θα βαφτιστώ ξανά

(Call me but love, and I'll be new baptized) ενώ μετά της θύμισε την πρώτη τους τη νύχτα

[σ’ ένα μικρό νησάκι την Κρανάη σιμά στο Γύθειο, λέγοντάς της πως τόση αναψιά

δεν είχε ποτέ για εκείνη, κι ευθύς της Αφροδίτης η Ελένη εκτελεί την εντολή, τσουλώντας

[μέσα στα σεντόνια ψιθυρίζοντας ανάθεμα την ώρα που έμπλεξα με τη λοξή θεά.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ











άπου 3000 χρόνια πριν ίσως και βάλε…γενήκαν κατά τον Όμηρο πράματα-θάματα

         [που μοιάζανε παραμύθια μέχρι η αρχαιολογία, επαρκώς θα έλεγα να τα επαληθεύσει

και κάναν γαργάρα τα λεγόμενα τους οι όποιοι κάποιοι απόγονοι των λαύρων

                            [κατά των Ελλήνων Εθνικών* καθώς μέχρι του 19ου αιώνα σχεδόν τη μέση

η κυρίαρχη ακαδημαϊκή άποψη στην Ευρώπη ήταν ότι ο Τρωικός Πόλεμος

     [ήτανε ένα παραμύθι καθαρό, κι ο Όμηρος ένας θρύλος, μα ήταν σαν βόμβα να ‘χε πέσει

και τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά, σαν ο Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann),

                                    [βασιζόμενος τυφλά στο κείμενο του Ομήρου και κάνοντας ανασκαφές

στη Μικρά Ασία ανακάλυψε τα ερείπια της Τροίας στον λόφο του Χισαρλίκ,

                [αποδεικνύοντας ότι υπήρχε μια πραγματική, οχυρωμένη πόλη που καταστροφές

φωτιές και άλλα υπέστη στην ύστερη Εποχή του Χαλκού, αργότερα δε

                [στην Κρήτη και τις Μυκήνες ο  Άρθουρ Έβανς* κι άλλοι με ευρημάτων αναφορές

επιβεβαίωσαν την ύπαρξη του μυκηναϊκού πολιτισμού που περιγράφει ο ποιητής,

               [κι υποκλιθήκανε με δέος όσοι με λόγια στραμπούληξαν την ιστορία καλοθελητές.


Ο ποιητής Όμηρος είτε ιστορικός είτε παραμυθάς όπως τον θεωρούσαν αδίκως κάποιοι,

                       [τα σύκα σύκα έλεγε και σκάφη έλεγε τη σκάφη, κανέναν δεν είχε κανακέψει,

το στόρυ του άρχιζε κάπως έτσι...Ο Τρωικός πόλεμος στο δέκατο έτος του έχει φτάσει,

                  [οι Έλληνες έχουν έρθει από πολλά μέρη της Ελλάδας και έχουν στρατοπεδεύσει

έξω από τα τείχη της Τροίας τον ισχυρό στρατό τους με τους σπουδαίους πολεμιστές,

               [όμως παρά τη δύναμή τους η Τροία αντιστέκεται γενναία κι ακόμη δεν έχει πέσει.


Αρχηγός των Ελλήνων είναι ο Αγαμέμνονας ο βασιλιάς των Μυκηνών κι ανάμεσα

                               [στους πολεμιστές βρίσκεται ο Αχιλλέας, ο γιος της Θέτιδας* ο ξακουστός,

ο πιο θαρραλέος και δυνατός πολεμιστής των Ελλήνων,

         [ο πλέον γρήγορος και ριψοκίνδυνος (Αχίλλειον άλμα*), γενναίος, στη μάχη φοβερός.


3

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  Β. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ


Όμως η ιστορία της Ιλιάδας δεν αρχίζει με μία μάχη μεγάλη,

                                  [αρχίζει με κείνο το “σερσέ λα φαμ” που το ακούς συχνά απ’ ένα  Γάλλο

δηλαδή μας διηγείται ο Όμηρος πως πέσαν για μιά γυναίκα βρισίδια και καρεκλιές μεταξύ

                    [του βασιλιά Αγαμέμνονα και του θεοαίματου Αχιλλέα που από σόι ήταν μεγάλο.


Και να πως έχει το ιστορικό του ιστορικού καυγά μεταξύ των δύο...     

  

              [Όταν στον πόλεμο οι Έλληνες κυρίευαν μια πόλη στης Τροίας κάπου την περιοχή

συμμάχων της ή άλλων διαφορετικών λαών,  έπαιρναν ως πολεμικά λάφυρα χρήματα,

                     [ζώα, πολύτιμα αντικείμενα, γυναίκες... και όταν κάναν τη μοιρασιά του νικητή

αυτά τα λάφυρα μοιράζονταν σ’ αρχόντους, αρχηγούς και φαντάρους της εποχής,

          [έτσι το μερτικό του Αγαμέμνονα έλαχε νάναι μία γυναίκα που υποψιάζομαι καλλονή

και λέω υποψιάζομαι γιατί ο Όμηρος δεν αναφέρει τα χαρακτηριστικά της, όμως…

                [ο πόλεμος που για τα μάτια γινόταν της Ελένης, κόντεψε σε Εμφύλιο να μετατραπεί

για μιά γυναίκα πάλι, την Χρυσηίδα την κόρη του Χρύση, από την πόλη Χρύση,

                   [που την αρπάξανε σαν λάφυρο όταν ή πόλη από τους Έλληνες είχε κατακτηθεί.


Μα έλα που ο μπαμπάς της ο Χρύσης, ιερέας ήτανε του Απόλλωνα

         [και πήγε στον Αγαμέμνονα με λύτρα πολλά για να ζητήσει η κόρη του να επιστραφεί,

όμως αυτός έγινε τούρκος κι είπε περίπου “με τίποτα δεν δίνω πίσω τη Χρυσηίδα μου”

     [σκυλόβρισε τον ιερέα και τού ’πε ‘έξαλλος να φύγει άμεσα, συγκεκριμένα να τσακιστεί,

έτσι μάζεψε τα βρεμένα του και έγινε μπουχός γιατί τον είχε απειλήσει και από πάνω

                     [μέσα στα νεύρα του ο βασιλιάς πως αλίμονο του εάν μπροστά του τον ξαναδεί.


Γυρίζει στη Χρύση ο Χρύσης της Χρυσηίδας ο μπαμπάς κλαμενοαπογοητευμένος

           [και πέφτει σε προσευχές με παρακάλια στον Απόλλωνα τους Έλληνες να τιμωρήσει,

4


Ι Λ Ι Α Δ Α του Ομήρου - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ & ΣΧΟΛΙΑ


ο Απόλλωνας άκουσε την προσευχή του, έγινε τούρκος τώρα αυτός,

         [έβγαζε αφρούς από οργή που δεν σεβάστηκαν τον ιερέα του κι αμέσως θα φροντίσει

να στείλει στο Ελληνικό στρατόπεδο μιά θυμωμένη επιδημία τόσο αποτελεσματική

                                  [που κόντευε όπως το πάγαινε το πράμα όλο το στράτευμα να αφανίσει.


Πεθαίνουν από την άγνωστη κακιά αρρώστια οι Έλληνες ο ένας μετά τον άλλον,

                                                [άπαντες είναι τρομοκρατημένοι, σ’ απόγνωση χωρίς υπερβολή,

ο Αχιλλέας συγκαλεί συνέλευση η οποία συσκέπτεται, ξανασυσκέπτεται, και τελικά

         [αποφασίζεται ο μάντης Κάλχας, πιτσούλα στα σημάδια των θεών, άμεσα να ερωτηθεί.


Ο Κάλχας τσακίζεται το συντομότερο να επιληφθεί, πέφτει σ’ αυτοσυγκέντρωση,

        [συσκέπτεται, ξανασυσκέπτεται με τον εαυτό του, αγωνιούν από μαγέρους ως βασιλιά

και κάποτε αποφαίνεται, τους λέει πως η αρρώστια δεν είναι τυχαία, προσβάλατε τον

          [Απόλλωνα, τον ιερέα του, με συγνώμες δώστε αν θέλετε να ζήσετε πίσω την κοπελιά, 

δηλαδή ο Αγαμέμνονας πρέπει αμέσως να επιστρέψει τη Χρυσηίδα

                                           [στον πατέρα της χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα λύτρα και λοιπά.


Ο Αγαμέμνονας έγινε όντως θεριό και αντιστάθηκε τόσο επίμονα να την επιστρέψει

                         [που μ’ έκανε πιότερο να υποψιαστώ ότι ο γιος της Αφροδίτης με τα ερωτικά

τα μαγεμένα βέλη του ήτανε πίσω απ’ την άρνηση του Αγαμέμνονα για επιστροφή,

                        [κάτι που σύμφωνα με τον Ευριπίδη δεν έκανε με την κόρη του που μιά χαρά

την έδωσε να θυσιαστεί μπας και φουσκώσουνε τα πανιά του στόλου,

                                           [όμως “γιατί” παραξενεύομαι….. Χιλιάδες κάμποσες χρόνια μετά

ο Βασιλιάς ολάκερης Βρετανικής αυτοκρατορίας Εδουάρδος δεν τοξιάστηκε ; από το

   [ίδιο το μωρό και παραιτήθηκε (1936) για τα μάτια μίας Αμερικάνας που αγάπησε τρελά;


5




Ο Αγαμέμνων όμως, κατά πώς φαίνεται μέγας ήταν πατριώτης,

         [έκανε πέτρα την καρδιά του και την αγαπημένη επέστρεψε στον πανευτυχή μπαμπά,

κι αν με ρωτήσεις πάλι πως είμαι τόσο βέβαιος ότι ο Βασιλιάς ήτανε τσιμπημένος,

                                    [στην Ιλιάδα αναφέρει ο Όμηρος ότι σ’ ένα περί της επιστροφής καυγά

ο Αγαμέμνονας βροντοφώναξε ότι την Χρυσηίδα την αγαπούσε πιότερο από 

       [την Κλυταιμνήστρα... Δεν κώλωσε το είπε…Δεν τόκανε, όπως το λεν οι νέοι “α βα βά”.

   

Δεχτηκε μεν να δώσει την λαφυροαγαπημένη που ο Απόλλωνας είχε φαγωθεί,

                                             [αλλά απαίτησε από το στράτευμα ένα άλλο λάφυρο να του δοθεί,

το απαίτησε επιτακτικά, δεν ήθελε να μείνει χωρίς λάφυρο,

                                       [γιατί θεωρούσε πως για έναν αρχηγό μεγάλη αυτή θα ήτανε ντροπή.


Τα παίρνει τότε στο κρανίο ο  Αχιλλέας, θυμώνει και του λέει πως είναι άδικο να ζητάει

          [και άλλο λάφυρο από τους πολεμιστές, ενώ όλα έχουνε ήδη μετά τη μάχη μοιραστεί,

κι όταν οι Έλληνες ξανακερδίσουν άλλα  λάφυρα, τότε  θα πάρει περισσότερα, μα τώρα

                 [δεν είναι σωστό να παίρνει ο Άναξ πίσω από άλλους ... Εκεί ‘ναι που θα εκραγεί

ο Βασιλιάς των Μυκηνών, ποιός  είδε τον Αρχιστράτηγο των Αχαιών Αγαμέμνονα και δεν

          [τον εφοβήθηκε,  άστραψε και βρόντηξε, ενώ ο Αχιλλέας το σπαθί πιάνει απ’ τη λαβή

γιατί του είπε κατάμουτρα ο βασιλιάς πώς άμα λάχει και πιότερο νευριάσει θα κάνει ντου

                       [ο ίδιος στη σκηνή του το λάφυρο να πάρει το δικό του (μια σκλάβα) από εκεί.


Εκτός εαυτού ο Αχιλλέας να τον σκοτώσει είναι αποφασισμένος γιατί νιώθει πως τον

                [προσβάλλει δημόσια ο βασιλιάς δεν σέβεται τη δική του στον πόλεμο προσφορά

ούτε τη δύναμη του κι μ’ αγανάκτηση τραβάει το σπαθί όμως πριν απ’ τη θήκη τούτο βγεί,

                                    [η αόρατη ως τότε πάνσοφη Αθηνά αρπάει το χέρι του και τον σταματά,

εμφανιζόμενη δε μόνο σε κείνον του λέει μην το τραβήξει και του υπόσχεται

  [αν συγκρατήσει τον θυμό του, θα έρθει η ώρα που θα πάρει πολύ μεγαλύτερη ανταμοιβή.


Ο Αχιλλέας ακούει τη θεά και δεν σκοτώνει τον Αγαμέμνονα μα η οργή του μεγαλώνει,

                   [του λέει άκου βασιλιά από εδώ και πέρα δεν θέλω καμία σχέση να έχουμε μαζί

και δηλώνει στον θυμό του πάνω ότι δεν πρόκειται να πολεμήσει άλλο για τους Έλληνες,

             [αυτή ήταν η μήνις του Αχιλλέα που βρίσκεται σ’ ολόκληρης της Ιλιάδας την καρδιά.


Ο Αγαμέμνονας όμως δεν χαμπαριάζει και για να πάρει το λάφυρο στέλνει τους κήρυκες

                    [Ταλθύβιο και Ευρυβάτη στη σκηνή του Αχιλλέα κι έτσι το λάφυρο έκανε φτερά.


Όμως ποια ήτανε αυτή η γυναίκα που έγινε το αντικείμενο τέτοιου μίσους

                  [κι ενός μεγάλου καβγά ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους αρχηγούς των Αχαιών;


Ήτανε η αριστοκράτισσα  Βρισηίδα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Ιπποδάμεια,

   [από τη Λυρνησσό, μια πόλη της Τρωικής χώρας, γόνος μιας εκ των πρώτων οικογενειών,

παντρεμένη, που η ζωή της άλλαξε απότομα όταν ο Αχιλλέας πήρε τη Λυρνησσό

  [ο σύζυγος σκοτώθηκε, όπως και άλλοι άντρες της οικογένειας και κείνη αιχμαλωτίστηκε.


Έτσι η Βρισηίδα, από γυναίκα μιας αρχοντικής οικογένειας, βρέθηκε ξαφνικά

    [μέσα στο στρατόπεδο των Αχαιών και δόθηκε στον Αχιλλέα ως γέρας, δηλαδή δωρήθηκε

ως πολεμικό λάφυρο σε αυτόν που αντιστοιχούσε στην πολεμική του αξία, και τώρα

           [ήταν απαρηγόρητος, για την προσβολή όμως ; ή για την Βρησιίδα ;  ποιος να μας πει ;

ο Όμηρος βέβαια ρίχνει μια σπόντα μέσω Πατρόκλου σε κάποια ραψωδία ότι ο Αχιλλέας

                        [ήταν μαζί της τρελός και παλαβός απ’ έρωτα κι επρόκειτο να την παντρευτεί.


Με την καρδιά του λοιπόν γεμάτη με θυμό κι ενώ καθόταν μόνος του στην ακρογιαλιά

      [ξαφνικά τα χέρια του σήκωσε προς  τη θάλασσα και παρακαλεσε τη μητέρα του τη θεά,

τη Θέτιδα, να τον βοηθήσει που δεν ήταν Ολύμπια θεά βέβαια σαν την Αθηνά ή την Ήρα,

  [μα είχε θέση υψηλή στον μυθολογικό τον κόσμο με θεϊκή μορφή στης θάλασσας τα νερά.


Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του και με ανησυχία άρχισε να τον ρωτά,

                                 [τα όσα είπανε μάνα και γιος δεν παίρνω ευθύνη εγώ να μεταφέρω εδώ

κι ο λόγος είναι ότι η Ιλιάδα διασώθηκε μέσα από αιώνες προφορικής παράδοσης,

     [αντιγραφών-παραλλαγών κι υπάρχουν διάφορες γραφές για το διάλογο μπορώ να πω,

έτσι δεν μπόρεσα να κάνω μία συγχώνευση, ένα μείγμα, ένα κοκταίηλ απ’ αυτές,

                                             [ώστε να προσεγγίσω ικανοποιητικά τα ειπωμένα αυτών των δυό,

δεν έχουμε μπροστά μας κανένα πάπυρο του Ομήρου γιατί απλούστατα δεν έγραψε ποτέ,

                    [έχουμε μία Ιλιάδα όπως διασώθηκε μέσα από κάποιο λόγο (στίχο) προφορικό,

έτσι είκασα κάποιον διάλογο να βγώ από τ'αδιέξοδο, βοήθησε κι ο Καββαδίας ο ποιητής,

                    [υπέθεσα δηλαδή πως είπε περίπου ο Αχιλλέας στη θεά, δεν πολεμάω άλλο πια

και κίνησε να φύγει, ανήσυχη τότε του φωνάζει γιέ μου που πάς, εκείνος τότε απάντησε,

              [μάνα θα πάω στα καράβια στη παραλία θα πάρω ένα και θα σαλπάρω για μακριά.


Όχι μη φεύγεις του είπε, ξέρεις έχω τα μέσα εγώ στον Όλυμπο, μπόλικους θαυμαστές,

                                    [καθώς για τα ωραία μάτια μου ήταν παλιότερα στα μαχαίρια δύο θεοί

και πάω αμέσως στα παλάτια τους στο μυθικό των θεών βουνό,

               [εκεί, ο απ’ τα παλιά καψουρεμένος Δίας θα γίνει χαλί να τον πατήσω μόλις με δει.


Υπάρχει ολόκληρο μυθολογικό «παρασκήνιο» πίσω από αυτό, ο Δίας και ο Ποσειδώνας

                                         [είχαν ερωτική διεκδίκηση για τη Θέτιδα που ήταν σούπερ καλλονή

και αρπάχτηκαν άγρια για την ωραία Νηρηίδα Θέτιδα (αργότερα μάνα του Αχιλλέα) έεε...

[όχι να μου την πάρει του πανίσχυρου εμένα ο Θαλασσινός έλεγε ο Ζεύς, αυτό πάει πολύ.


Όπως και νά ‘χε η Θέτιδα το έκανε το φοβερό, ανέβηκε στον Όλυμπο και έπεισε 

    [τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες, ν’ αφήσει τους Έλληνες να πάθουν μεγάλες συμφορές, ώστε να καταλάβουν πόσο τους χρειάζεται ο Αχιλλέας για να ‘ναι οι νικητές ξανά,

      [απίστευτο, είναι η τέταρτη όμορφη που κάνει άνω-κάτω τον πόλεμο τον Τρωικό μαθές.


Τέσσερις γυναίκες λοιπόν ταράξανε κείνο τον πόλεμο,

                                                     [η ωραία Ελένη βέβαια, η Χρυσηίδα, η Βρισηίδα και η Θέτιδα.


Η Ελένη, λευκή κατά τον δάσκαλό μου, έγχρωμη κατά τον Ch. Nolan σε ταινια του, ήτανε

       [η αφορμή για την εκστρατεία των Αχαιών και την αντίσταση των Τρώων την απέλπιδα,

βέβαια ο Βρετανός σεναριογραφοσκηνοθετοπαραγωγός, πιστός στο Ars gratia artis

           (η τέχνη για την τέχνη) έκανε του κεφαλιού του και υποθετικά εάν το έργο για να δει

πήγαινε ο ποιητής θα του ερχόταν κυριολεκτικά ταμπλάς, θα ψάχνονταν για τα χάπια του,

    [και θα μονολογούσε αφού τ’ ανέφερα στη Γ΄ ραψωδία καθαρά, “λευκώλενος ήτοι λευκή”


Και όντως το λέει Όμηρος μαζί μ’ άλλα πολλά ... έτσι για την τιμή της γλώσσας μας

                                [της αρχαίας θα γράψω δυό-τρεις σειρές  με των προγόνων μας τη λαλιά,

έτσι να πάρουμε μιά ιδέα και μεις κι ο Νόλαν πως τα απήγγελλε ο Όμηρος, γιατί όπως

                            [το λεν’ στα γήπεδα οι οπαδοί, δεν έχουμε κάποιοι μυαλό, δεν είμαστε καλά.


Οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς / τοιῇδ' ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγε'

     [πάσχειν· / αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν… τολμώ και μεταφράζω εδωνά,

«Δεν είναι να απορεί κανείς που Τρώες και Αχαιοί σκοτώνονται τόσα χρόνια και τραβάνε

        [τέτοια βάσανα για μια γυναίκα σαν αυτή, είναι στην όψη όμορφη σαν μιά αθάνατη θεά!»

ο Όμηρος βάζει τους γέροντες της Τροίας να κοιτάζουν με θαυμασμό πάνω στα τείχη

[την Ελένη και να λέν’ περίπου,  γι αυτή την ομορφιά πώς να μην γίνει τέτοιος χαμός παιδιά.


Αυτά με την πρώτη όμορφη και πάμε στη δεύτερη τη Χρυσηίδα που όμως η κακομοίρα

       [δεν τσιλημπούρδισε με κάνα Πάρη να προκαλέσει θόρυβο αναμπουμπούλα και ταραχή,

αλλά χωρίς να το επιδιώξει βέβαια η ίδια έγινε αιτία μιας αλυσίδας γεγονότων με κορυφαίο

      [τον καβγά του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα, μα τελικά επαναπατρίστηκε, στάθηκε τυχερή.


Για τις υπολειπόμενες δυό πανέμορφες του καρέ, την Βρισηίδα και την Θέτιδα

    [τα είπαμε ήδη στους προηγηθέντες περί ανακατωσούρας του Τρωικού πολέμου στίχους, 

καρέ απο πανέμορφες που άδικα δικαιώνει τα “ Ως άρα δια γυναικός ερρύη τὰ φαύλα”

[του αυτοκράτορα, το “Για όλα φταίνε οι γκόμενες” του Μούτση, και λόγους αντιστοίχους.


Όλο και κάποιοι βέβαια θα μου πουν λωλάθηκες;  ρε πας καλά;  είντα που γράφεις;

                          [ίσως να βγουν και στη τιβή για να με βρίζουν και κάποια ραμολιά με άνοια,

μα ίσως και νεαρογριές ξανθές χειλούδες μαϊντανοί με άγνοια,

          [αυτοί κι αυτές δεν παίζονται ρε φίλη-ε, δεν αντιμετωπίζονται, είναι σκέτη παράνοια.                

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ